«Κυρ’ Κουκ - Η ιστορία του μεγαλύτερου σύγχρονου Φιλέλληνα, θαμμένου στους Δελφούς».
Πριν ένα αιώνα, υπήρξε ένας σπουδαίος άνθρωπος, από τις Η.Π.Α. που παράτησε την ακαδημαϊκή και συγγραφική του καριέρα, για να έρθει στην Ελλάδα, να ντυθεί βοσκός του Παρνασσού, να ζήσει απλά στους Δελφούς.
Που οραματίστηκε την επαναλειτουργία του Αρχαίου Θεάτρου και την αναβίωση Των Δελφικών Γιορτών. Που αγαπήθηκε από τους ντόπιους ως φιλέλληνας με χρυσή καρδιά και τον αποκαλούσαν: «κυρ΄ Κουκ». Που λάτρεψε την λαϊκή μας παράδοση και γενικά τον Ελληνικό πολιτισμό, όσο τίποτα άλλο.
Στα Ιερά χώματα των Αρχαίων Δελφών, υπάρχει ο τάφος του. Στη βορεινή μεριά του κοιμητηρίου κάτω από μια πέτρινη ταφόπλακα, αναπαύεται ο Τζορτζ Κραμ Κουκ. Στο προσκέφαλο του η Ελλάδα έστησε για κεφαλάρι του τάφου του, μια Ιερή πέτρα από το Ναό του Απόλλωνα - που βρίσκεται πιο κάτω.
George Cram Cook (Ντάβενπορτ,Αϊόβα 1873- Δελφοί 1924)
Γόνος αστικής οικογένειας με αγάπη για την Ελλάδα.
Ο Τζορτζ Κραμ Κουκ (George Cram Cook), γεννήθηκε στο Ντέιβενπορτ της Αϊόβα το 1873 και ήταν γιος πλούσιου δικηγόρου.
Σπούδασε στο Χάρβαρντ, με καθηγητή
τον Charles Eliot Norton, στη Χαϊδελβέργη (1894) και στο Πανεπιστήμιο της
Γενεύης (1895).
Ο Κουκ εκδήλωσε την αγάπη του για την Ελλάδα ήδη από τα φοιτητικά του χρόνια
στο Χάρβαρντ. Τα ίδια αισθήματα έτρεφε και ο φίλος του Τζον Άλντεν.
Σε μια επιστολή προς τη μητέρα του,
έγραφε χαρακτηριστικά: «Κάθομαι εδώ και
ονειρεύομαι την Ελλάδα. Ακούω και βλέπω τα γαλάζια κύματα του Αιγαίου να
χτυπούν στην ακτή…».
Η επιστροφή του στην Αϊόβα τον βύθισε στη μελαγχολία.
«Ζω σε μια επίπεδη ενδοχώρα. Θέλω να ζήσω εκεί όπου τα βουνά συναντούν τη θάλασσα. Θα ήθελα να χτίσω μια ξύλινη καλύβα κοντά σ’ ένα χωριό βοσκών, μ’ ένα μονοπάτι να σταματάει σε σκοτεινούς βράχους στη γαλαζοπράσινη θάλασσα…
Γιατί όχι ένας Έλληνας Θόρο (Αμερικανός λογοτέχνης 1817-1862 που έζησε σε
μια καλύβα που ο ίδιος έφτιαξε στις όχθες της λίμνης Γουόλντεν), που ζει με τον
Όμηρο και τα βουνά, τις ελιές, τα σταφύλια, τα ψάρια, τους βοσκούς, τους
ναυτικούς και τη θάλασσα. Χειμώνας στην Αθήνα με επιστήμονες και άλλους και τον
Παρθενώνα. Θα το κάνω το συντομότερο δυνατό…».
Και πραγματικά, ο Κουκ υλοποίησε τα σχέδιά του, έστω και 25 περίπου χρόνια
αργότερα.
Ο Κουκ το
1903 παρουσίασε το πρώτο του μυθιστόρημα, με τίτλο «Roderick Taliafero».
Επρόκειτο για ένα ιστορικό μυθιστόρημα, η υπόθεση του οποίου διαδραματιζόταν
στο Μεξικό, την εποχή του αυτοκράτορα Μαξιμιλιανού. Στο «Roderick Taliafero», ο
Κουκ είχε σαφώς επηρεαστεί από τον Νίτσε.
Στο μεταξύ, έμενε στο καλύβι του κηπουρού του πατρικού του κτήματος στο
Ντέιβενπορτ και εργαζόταν ως μικροκαλλιεργητής.
Σοσιαλιστής στις ιδέες του.
Ένας από
τους μισθωτούς εργάτες γης, βοηθούς στο κτήμα, ο Floyd Dell, που αργότερα έγινε
κι ο ίδιος συγγραφέας, τον μύησε στον σοσιαλισμό. Μάλιστα ο ήρωας του Dell στο
μυθιστόρημα «Moon – Calf» (1920), είναι ουσιαστικά, ο ίδιος ο Κουκ.
Το 1911, ο Κουκ έγραψε το μυθιστόρημα «The Chasm» («Το Χάσμα»), στο οποίο διερευνά την εσωτερική σύγκρουση μιας νεαρής Αμερικανίδας που έζησε στη Ρωσία και στις Η.Π.Α., ανάμεσα στον νιτσεϊκό αριστοκρατικό ατομικισμό και στις σοσιαλιστικές ιδέες, σύγκρουση στην οποία επικρατούν οι δεύτερες.
Ο Κουκ συνεργάστηκε με τον Ντελ, ως φιλολογικός συνδιευθυντής στο «Chicago Evening Post».
Έχοντας ήδη κάνει δύο γάμους με τη Sara H.
Swain και τη Molly Price, βρήκε συναισθηματική ισορροπία στη συγγραφέα
θεατρικών έργων Susan Glaspell (1876-1948), που καταγόταν επίσης από το
Ντέιβενπορτ. Χώρισε τη δεύτερη σύζυγό του και παντρεύτηκε την Γκλάσπελ το 1913.
Ο νους του ήταν συνεχώς στη χώρα μας.
Ενώ το
ζευγάρι παραθέριζε στο Πρόβινσταουν της Μασαχουσέτης, εγκαινίασε το θέατρο του
θιάσου «Provincetown Players», σε μία παλιά αποθήκη ψαριών, αρχικά για να
παίξει το μονόπρακτο «Καταπιεσμένοι Πόθοι» («Suppressed Desires», 1915), που
εκδόθηκε το 1920. Επρόκειτο για μία ψυχαναλυτική σάτιρα που έγραψαν μαζί ο Κουκ
με την Γκλάσπελ.
Για να αποφύγει τα σχόλια του κόσμου, το ζευγάρι εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη.
Εκεί, στο «Greenwich Village», ανέβασαν έργα Αμερικανών συγγραφέων.
Ανάμεσα σ'
αυτούς που αναδείχθηκαν τότε, ήταν και ο μετέπειτα νομπελίστας συγγραφέας
Γιουτζίν Ο' Νιλ και η Edna St. Vincent Millay.
Ο θίασος
είχε μετονομαστεί πλέον σε «Playwrights ' Theatre» και σημείωνε μεγάλη
επιτυχία.
Οι καινοτομίες του Κουκ.
Ο Κουκ θα μπορούσε να ακολουθήσει και μία λαμπρή ακαδημαϊκή καριέρα. Από το 1896 ως το 1899, δίδαξε αγγλική λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο της Αϊόβα, ενώ το ίδιο έκανε το 1902 στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ στην Καλιφόρνια.
Στην Αϊόβα,
θεωρείται ότι δίδαξε για πρώτη φορά, αυτό που είναι γνωστό σήμερα ως
«δημιουργική γραφή».
Αλλά και με τη θεατρική του δράση ο Κουκ, θεωρείται ότι είχε τεράστια συμβολή
στην ανάπτυξη του αμερικανικού θεάτρου.
Ο Κουκ και η Γκλάσπελ στην Ελλάδα.
Το σαράκι της Ελλάδας «έτρωγε» όμως πάντα τον Κουκ. Απογοητευμένος από την πολιτιστική ζωή στις Η.Π.Α., μετακόμισε μαζί με τη Σούζαν και την κόρη του Νίλα (ο Κουκ είχε κι έναν γιο, τον Χαρλ), στη χώρα μας, το 1921.
Σχεδόν αμέσως μετακόμισαν στον Παρνασσό. Τον χειμώνα ζούσαν στυς Δελφούς και το
καλοκαίρι στο βουνό, σε ελάτινες καλύβες που ο ίδιος ο Κουκ είχε φτιάξει.
Η δωδεκάχρονη Νίλα, άρχισε από τον χειμώνα του 1923 να παρακολουθεί το νεοσύστατο «Junior College for Girls», το γνωστό μας σήμερα Αμερικάνικο Κολέγιο, με έδρα στο Παλαιό Φάληρο.
Το Κολέγιο,
ξεκίνησε να λειτουργεί στη Σμύρνη το 1875. Μετά τη μικρασιατική καταστροφή
«μετακόμισε» στην Ελλάδα. Είχε 89 μαθήτριες, Ελληνίδες και Αρμένισσες από
τη Σμύρνη και μία Αμερικανίδα, τη Νίλλα Κραμ Κουκ.
Ο ξαφνικός και αναπάντεχος θάνατος.
Τον Ιανουάριο του 1924 ο Τζορτζ Κραμ Κουκ πεθαίνει αιφνιδίως και κηδεύεται στους Δελφούς. Αιτία θανάτου: η μόλυνση από δάγκωμα σκύλου. Ενταφιάζεται όσο πιο κοντά στον Αρχαιολογικό χώρο, γίνεται… Στη βορεινή γωνιά του Κοιμητηρίου των Δελφών. Και η Ελληνική Κυβέρνηση επιτρέπει τιμητικά, να μπει για κεφαλάρι στο μνήμα του μια πέτρα από τον Ναό του Απόλλωνα.
Η μνήμη του τιμήθηκε το 1927 στις πρώτες Δελφικές Εορτές, σύμφωνα με το βιβλίο που θα έγραφε αργότερα η κόρη του (“My Road to India”, 1939), η Νίλλα Κουκ, η οποία είχε λάβει και η ίδια μέρος ως μέλος του Χορού των Ωκεανίδων:
«Κρούοντας τις ασπίδες και ηχώντας τις σάλπιγγες χόρεψαν τον Πυρρίχιο, τον αρχαίο πολεμικό χορό για τους πεσόντες, προς τιμήν του «Κυρίου Κουκ». Τα τύμπανα και οι σάλπιγγες αντήχησαν στις βουνοπλαγιές και οι ιαχές του σταδίου μεταφέρθηκαν παντού μαζί με το λευκό μεταξωτό πανό που είχε γραμμένο με χρυσά γράμματα το όνομά του. Αυτό που θα του άρεσε πάνω από όλα, σκέφτηκα, ήταν το ότι οι αετοί κατέβηκαν από τις κορυφές του Παρνασσού να δουν αυτό που συνέβαινε…»
Δίπλα στον τάφο του Κουκ είναι θαμμένη και η κόρη του Νίλλα, που πέθανε το 1931
Για τη ζωή του Κουκ (κυρίως) και της Γκλάσπελ στην Ελλάδα, πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία παραθέτει ο λογοτέχνης Φοίβος Δέλφης (1909-1988), το πραγματικό ονοματεπώνυμο του οποίου ήταν Γεώργιος Κανέλλος.
Η ΟΚΑΡΙΝΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΤΖΩΡΤΖ ΚΡΑΜ ΚΟΥΚ
ΤΟΥ ΦΟΙΒΟΥ ΔΕΛΦΗ, ΜΑΡΤΙΟΣ 1938
(Πηγή : ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΤΟΥ ΠΑΡΝΑΣΣΟΥ)
Ο Κούκ υπήρξε για μένα η πρώτη κι’ αξέχαστη ποιητική γνωριμία. Ήτανε μια ζωντανή ποιητική καρδιά γεμάτη απλότητα, ευγένεια και γέλιο αναβρυστό. Από αγάπη σήμερα στο μεγάλο δάσκαλο γράφω τούτα τα λόγια απ’ τη ζωή του ερημίτη του Παρνασσού.
Τον πρωτογνώρισα στην πατρίδα μου τους Δελφούς, που ονειρεύτηκε ν’ αναστήσει την παλιά δόξα τους ο ποιητής. Ήτανε ένας φανατικός λάτρης της Ελλάδας, φιλέλληνας πέρα για πέρα. Γεμάτος δύναμη, πόθους και πίστη, κατέβηκε στην πνευματική μας πατρίδα.
Καθόταν στο μικρό «Ξενοδοχείο των Ξένων» του μακαρίτη Παρασκευά του φημισμένου αυτού «πιλαφιτζή» σ’ όλη την Ευρώπη. Ο Μπέντεκερ τον συνιστά στους ταξιδιώτες για το περίφημο πιλάφι του, το μοναδικό στην Ελλάδα και στην Ανατολή. Ο ξενοδόχος αυτός δε ζούσε πια και το ξενοδοχιάκι του με την απλή εμφάνιση ενός καλοπεριποιημένου χωριατόσπιτου με τα πέντε-έξη δωμάτια, το είχε στην κατοχή της η Βασίλω, η γυναίκα του. Κι’ αυτή το νοίκιασε στο νεόφερτο τότε ξενηταμένο πατριώτη, πούρθε απ’ την Αμερική, τον Θανάση τον Τσάκαλο.
Ο Τσάκαλος ανέλαβε την διατροφή και την περιποίηση του Κούκ και της οικογένειάς του, της κόρης του Νείλας και της γυναίκας του, επίσης συγγραφέως, Σουζάνας Κλάσπελ. Ο Τσάκαλος ήτανε ένας καλός οικονόμος του ποιητή, άνθρωπος της δουλειάς, σπίρτο μοναχό. Ο πατέρας του ήτανε κάμποσα χρόνια οδηγός του Παρνασσού, τον αποθανάτισε κι’ ο Μπέντεκερ. Τσακάλι του βουνού, όνομα και πράμα.
Εκεί λοιπόν πρωτόμεινε σαν ήρθε ο ποιητής. Τον θυμάμαι σαν τώρα δα, γιατί και τα σπίτια μας γειτόνευαν και ταχτικά συναντιόμαστε στο δρόμο και στο σπίτι του τον έβλεπα το καταχείμωνο με τα κρούσταλλα και τα χιόνια ν’ ανάφτει μόνος του το χωριάτικο τζάκι και να ρίχνει με τα ρωμαλέα του μπράτσα σωρό τα κούτσουρα στη φωτιά.
Ένοιωθες να τον ξεκουράζει και να του καλμάρει τα νεύρα μετά το γράψιμο αυτή η δουλειά. Είχε μέσα του το δαιμόνιο, που δεν τον άφηνε να ησυχάσει κι’ ήθελε όλο και κάτι να μαστορεύει. Τόνοιωθες πως είναι από εργατικό σκαρί.
Άλλοτε τον έβλεπες πάλι νάχει στο χέρι κανένα σφυρί και να φτιάχνει κλειδαριές ή να χτίζει τοίχους στον κήπο, κουβαλώντας λιθάρια. Το καλοκαίρι συχνά πήγαινε στη βρύση κι’ έφερνε με το παγούρι του νερό. Κι’ απορούσες συχνά με τα θελήματα πούκανε, βλέποντάς τονε σ’ αναβρασμό. Εδώ σ’ αυτό το σπιτάκι ένοιωθες πως τα είχε όλα, πως δεν ήθελε τίποτα άλλο, πως είχε βρει την ησυχία του.
Εγώ κι ο Παρασκευάς, το μικρότερο παιδί του ξενοδόχου, είχαμε την ευτυχία να μας καλέσει μια μέρα ο ποιητής και να μας πει: «Κάθε μέρα τ’ απόγευμα, μιάν ώρα, θαρχόσαστε να κάνουμε μάθημα, εγώ θα σας μαθαίνω τα Εγγλέζικα κι’ εσείς τα Ελληνικά». Έτσι αποχτήσαμε δωρεάν δάσκαλο και μιάν ευκαιρία να μάθουμε μια γλώσσα. Η χαρά μας δε λέγεται.
Πραγματικά, τη δεύτερη μέρα, αφήσαμε κατά μέρος τα παιχνίδια και πήγαμε. Το μάθημα γινότανε και μετά μουσικής. Ο ποιητής στα διαλείμματα έπαιρνε στα χέρια του την οκαρίνα του και μας έπαιζε πολύ ωραία κομμάτια βουκολικά. Μας χάρισε κι’ από ένα λεξικό, ένα δικό μου κι’ ένα του Παρασκευά, που τον κατάφερα αργότερα και μου τόδωσε.
Τα μαθήματα εξακολουθούσαν μια χαρά, αρκετά μάθαμε απ’ το δάσκαλο μ’ όλο το απρόσεχτό μας. Είχε σπουδαίο μεταδοτικό. Ο νους μας τότε έτρεχε στα σκαμνά της Πέργουρας με τα μούρα. Φέρναμε και στο δάσκαλό μας. Κι’ εγώ του γιόμιζα μπουκάλια κρασί (χιλιάρες) μπρούσκο και του το πήγαινα. Τόπινε το κρασί και το παράπινε, μερικές φορές κοκκίνιζε και μεθούσε.
Η οκαρίνα ήτανε ο καλός σύντροφος του ποιητή. Πέρσι την αγόρασα κι’ εγώ για να τον θυμούμαι, τον καλοκαμωμένο ποιητή με τ’ ολόστητο γερό κορμί, με την ανάλαφρη περπατησιά και τα ωραία γλυκά λαμπερά του μάτια. Την αγόρασα απ’ το παζάρι της Αθήνας την Πρωτοχρονιά. Από τότε την έχω αχώριστο σύντροφο.
Ο ποιητής ήτανε τότε πάνω στις δόξες του. Στο μέτωπό του άστραφτε το φως της χαράς για τον ερχομό του στην Ελλάδα, την πρώτη ψυχική του πατρίδα. Εδώ βρήκε ο ποιητής το ψυχικό κλίμα του κι’ ανανέωσε με τα σκόρπια μνημεία τις παλιές γνωριμίες του, πούχε κάνει σαν φοιτητής και καθηγητής ύστερα της κλασσικής φιλολογίας στ’ Αμερικάνικα Πανεπιστήμια.
Κοντά στην παλιά μας Ελλάδα και στα μνημεία της, έζησε κι’ αγάπησε όλη τη σύγχρονη νεοελληνική ζωή. Εδώ γνώρισε και τη νέα Ελλάδα, έμαθε τη γλώσσα της, τα τραγούδια της. Οι τσοπάνηδες σ’ αυτή την ιστορική γι’ αυτόν περίοδο κ’ οι κάτοικοι των Δελφών του στάθηκαν οι καλύτεροι φίλοι κι’ οδηγοί της αρχαιότητας.
Με ιερό
πόθο καταπιάστηκε στη μάθηση της δημοτικής. Ήταν ώρες που ένοιωθα την αγνή
λαχτάρα του να μιλήσει επιτέλους τη νεοελληνική.
Μερικά πρόσωπα, ο Λουκάς ο Τσελέπης, ο
Αντρέας Κουρελής, ο Γιώργης ο Παταρίας, ο Ηλίας ο Ντέρας του είχαν γίνει η
απαραίτητη συντροφιά. Πίνανε και τραγουδούσαν μαζί. Τα τραγούδια τους τα έγραφε
μόνο και μόνο για να μάθει καλά τη γλώσσα.
Σε λίγο διάστημα μέσα ο ποιητής μιλούσε και συνεννοούνταν τέλεια. Είχε μάθει ρωμέϊκα. Οι χωριάτες τον σέβονταν και τον αγαπούσανε, τον έλεγαν ο κυρ-Κούκ. Μαζί μ’ αυτούς έφαγε, ήπιε, χόρεψε με τα νταούλια του Παρνασσού και ύστερα ντύθηκε με την αθάνατη ρουμελιώτικη πουκαμίσα. Του την έραψε ο φραγκορράφτης Γιάννης ο Σασούς (Σούφρας) και του ταίριαζε περίφημα στο αγαλματένιο του κορμί με το αγέρινο κυμάτισμα. Τα τσαρούχια με τα γαϊτάνια και τις μακρυές φούντες τα είχε παραγγείλει στους φημισμένους τσαρουχάδες της Άμφισσας. Την αγκλίτσα και το μαύρο σκουφί του τα χάρισαν οι τσοπάνηδες του Παρνασσού.
Εκεί έγραψε με τη συντροφιά της γυναίκας του τα ωραιότερά του τραγούδια. Τον συνόδευε πάντα εκείνη στη χρωματιστή γαλανή κάμαρα με το ρυθμικό χτύπο της γραφομηχανής. Εκεί και στο μεγευτικό Καλάνι του Παρνασσού. Κι’ αν ζούσε καθώς λένε, τιμώντας τη μνήμη του, θάκαμνε πολλά καλά στον τόπο μας. Μα ούτε ένα από τα σχέδιά του δεν πρόφταξε να ιδεί.
Ένα διάστημα τον είχα αγγαρέψει να μου γράφει γράμματα σε κάποια φίλη μου Αμερικανίδα. Τα αντίγραφα σώζονται ακόμα, με το μολύβι, αχνόσβυστα από το χέρι του. Ακόμα και σχέδια απ’ το μάθημα της Αγγλικής. Τα φυλάω όλα σαν κειμήλια.
Πέθανε ένα γεναριάτικο… κι’ όμως δεν τον ξεχνά κανείς. Η φωτογραφία του κρεμάστηκε στα σπίτια των κατοίκων που τόσο τον αγαπούσαν κι’ έχει γίνει εικόνισμα. Στις ψυχές τους έγινε θρύλος. Μια πλάκα απ’ τις ιερές πέτρες του ναού του Απόλλωνα στόλισε τον απέριττο τάφο του, και δίπλα του λίγες τριανταφυλλιές.
Ο Κούκ ήταν μια μεγάλη ποιητική ψυχή. Στους Δελφούς και στην Ελλάδα χάρισε την ψυχή και το κορμί του. Ένας μεγάλος ποιητής και γενναιόψυχος άνθρωπος μας χάρισε την καρδιά του. Και τώρα δίκαια μπορεί να σταθεί κοντά στον Βύρωνα και τον Μπρούκ.
Κ’ οι γενεές των ανθρώπων που θάρθουν θα κάνουν στον λησμονημένο τάφο του συγκινητικό προσκύνημα. Και θα του φέρουν εκεί πάνω στην ερημική του γωνιά, απ’ τα πέρατα της γης, του νου τα προσκυνήματα και τ’ άνθια. Γιατί ο Κούκ δεν πέρασε, έζησε, ήταν ένας μεγάλος ποιητής!










Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου