Κυριακή 23 Αυγούστου 2026

Ο «ΑΓΙΟΣ ΣΑΛΩΝΩΝ ΗΣΑΙΑΣ» ΤΟΥ ΘΕΟΔΩΡΗ ΓΚΟΥΜΑ

 

Ο «ΑΓΙΟΣ ΣΑΛΩΝΩΝ ΗΣΑΙΑΣ» ΤΟΥ ΘΕΟΔΩΡΗ ΓΚΟΥΜΑ

 








 




Η πορεία ενός βιβλίου από την προσωπική έρευνα στη δημόσια ιστορική μνήμη

Υπάρχουν βιβλία που γράφονται για να προσθέσουν έναν ακόμη τίτλο σε μια βιβλιοθήκη. Υπάρχουν όμως και βιβλία που ξεκινούν από μια βαθύτερη ανάγκη: την αναζήτηση, τη διάσωση και την ανάδειξη της ιστορικής μνήμης ενός τόπου και των ανθρώπων του.

Στην κατηγορία αυτή εντάσσεται το έργο του δημοσιογράφου και συγγραφέα Θεοδωρή Γκούμα, «Ο Άγιος Σαλώνων Ησαΐας», αφιερωμένο στον Επίσκοπο Σαλώνων Ησαΐα, μια από τις σημαντικές μορφές της Φωκίδας και της Ελληνικής Επανάστασης του 1821.

Ο ίδιος ο Γκούμας έχει αποσαφηνίσει ότι δεν επιχείρησε να παρουσιάσει μια ακαδημαϊκή ιστορική πραγματεία. Η προσέγγισή του είναι αυτή του δημοσιογράφου που πραγματοποιεί ιστορικό ρεπορτάζ, αναζητώντας πηγές, μαρτυρίες και στοιχεία και επιχειρώντας να τα συνθέσει σε μια ευρύτερη αφήγηση.

Η πραγματική πορεία, όμως, ενός βιβλίου δεν κρίνεται μόνο από την πρόθεση του συγγραφέα. Κρίνεται και από τον τρόπο με τον οποίο το υποδέχθηκαν οι αναγνώστες, οι συγγραφείς, οι θεσμοί και οι άνθρωποι που το μελέτησαν.

Και στην περίπτωση του «Αγίου Σαλώνων Ησαΐα» υπάρχει ένα αξιοσημείωτο σώμα τέτοιων μαρτυριών.


Η έκδοση από τον Δήμο Δελφών

Ιδιαίτερη θέση στην ιστορία του βιβλίου έχει η απόφασή του να εκδοθεί από τον Δήμο Δελφών.

Ο τότε δήμαρχος Δελφών Αθανάσιος Παναγιωτόπουλος προλογίζει το έργο και αναφέρεται στην έκδοσή του από τον Δήμο ως την κατάληξη μιας μακράς προσπάθειας αλλά και ως την αρχή μιας μεγαλύτερης πρόκλησης.

Ο Παναγιωτόπουλος παρουσιάζει τον Θεοδωρή Γκούμα ως δημοσιογράφο – ερευνητή και υπογραμμίζει τη σημασία της εργασίας του για την έρευνα και την ιστοριογραφία του 1821.

Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι η αναφορά του ότι ο Γκούμας καταθέτει τα επιχειρήματά του έπειτα από «έρευνα και αντιπαραβολή πολλαπλών πηγών», μεταξύ των οποίων, όπως αναφέρει ο δήμαρχος, και πηγές που δεν είχαν δημοσιευθεί μέχρι τότε.

Ο ίδιος πρόλογος αναφέρεται σε ζητήματα που ξεπερνούν το στενό βιογραφικό πλαίσιο του Ησαΐα: τις Λατινικές Επισκοπές των Σαλώνων, τις σχέσεις Ορθοδόξων και Καθολικών, το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το Βατικανό, την οθωμανική περίοδο και τη διαμόρφωση της Άμφισσας και της ευρύτερης περιοχής.

Και σε ένα χαρακτηριστικό σημείο του προλόγου ο Παναγιωτόπουλος επισημαίνει ότι το έργο, παρότι διαβάζεται σε σημεία σαν ιστορικό μυθιστόρημα, «δεν είναι, αφού πρόκειται για καθαρά ερευνητική εργασία».

Ο πρόλογος καταλήγει με μια ιδιαίτερα θερμή αποτίμηση του κεντρικού προσώπου του έργου:

«Ο εκ Δεσφίνης Δεσπότης Σαλώνων Ησαΐας είναι μεγάλος Ήρωας και Άγιος! Ο Άγιος Σαλώνων Ησαΐας!»


Ο πρόλογος του Νίκου Γκελεστάθη

Το βιβλίο προλογίζει επίσης ο Νικόλαος Αν. Γκελεστάθης, τέως βουλευτής Φωκίδας και τέως υπουργός.

Ο Γκελεστάθης δηλώνει ότι προλογίζει με ιδιαίτερη χαρά το βιβλίο και εκφράζει την πεποίθηση ότι αξίζει:

«την καλύτερη θέση στη βιβλιοθήκη μας αλλά και στην καρδιά μας.»

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ο τρόπος με τον οποίο αξιολογεί τη δουλειά του Γκούμα. Αναφέρεται στη δημοσιογραφική του πένα και στην προσπάθειά του να παρουσιάσει συνολικά και με πλούσιο υλικό τη ζωή και τη δράση του Ησαΐα.

Ο πρόλογος του Γκελεστάθη αποτελεί επομένως ακόμη μία μαρτυρία για το γεγονός ότι το έργο έγινε αντιληπτό όχι απλώς ως μια αφήγηση γύρω από ένα ιστορικό πρόσωπο, αλλά ως αποτέλεσμα δημοσιογραφικής έρευνας και συγγραφικής εργασίας.


Η επιστολή του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου

Σημαντικό τεκμήριο της υποδοχής του βιβλίου αποτελεί και η επιστολή του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Ιερωνύμου Β΄, της 28ης Ιανουαρίου 2020.

Ο Αρχιεπίσκοπος, απευθυνόμενος στον συγγραφέα, χαρακτηρίζει το έργο:

«απόσταγμα γνώσης και συστηματικής έρευνας»

και αναφέρεται στην ιστορική και εκκλησιαστική προσωπικότητα του Ησαΐα με ιδιαίτερα θερμά λόγια.

Η σημασία της επιστολής δεν έγκειται μόνο στην ιδιότητα του υπογράφοντος, αλλά και στο γεγονός ότι πρόκειται για συγκεκριμένο, επώνυμο και χρονολογημένο έγγραφο, το οποίο αποτυπώνει την προσωπική αξιολόγηση του βιβλίου από τον Αρχιεπίσκοπο.


Η επιστολή του Μητροπολίτη Ιερεμία

Ακόμη πιο αναλυτική είναι η επιστολή του Μητροπολίτη Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως Ιερεμία, με ημερομηνία 10 Απριλίου 2020.

Ο Μητροπολίτης χαρακτηρίζει το έργο:

«μία επιστημονική μελέτη και έρευνα»

και συνδέει την ποιότητά του με την αναζήτηση ιστορικών στοιχείων και τις συγγραφικές ικανότητες του Γκούμα.

Παράλληλα, επισημαίνει τον πλούτο του περιεχομένου του βιβλίου, καθώς αυτό δεν περιορίζεται στην ιστορική αφήγηση, αλλά περιλαμβάνει στοιχεία θρησκευτικού, πατριωτικού, κοινωνικού και τοπικού χαρακτήρα.

Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι η αποτίμησή του ότι το βιβλίο μπορεί να λειτουργήσει ως ένα είδος «μικράς εγκυκλοπαίδειας» των ιστορικών μνημείων και ηθών της Φωκίδας πριν και κατά την Επανάσταση του 1821.

Ο Μητροπολίτης αναφέρεται επίσης στην παρουσία του βιβλίου στη Μητροπολιτική Εκκλησιαστική Βιβλιοθήκη.


Η θετική κρίση του συγγραφέα Γεωργίου Η. Γκούμα

Μια διαφορετική φωνή έρχεται από τον συγγραφέα Γεώργιο Η. Γκούμα, από τη Βυρώνεια Σερρών.

Στην επαινετική επιστολή του, της 27ης Φεβρουαρίου 2020, αναφέρεται με ιδιαίτερα θερμά λόγια στο έργο και στη δουλειά του Θεοδωρή Γκούμα.

Μιλά για την ιστορική «σκαπάνη» του συγγραφέα και επαινεί την αναζήτηση στοιχείων που, κατά την κρίση του, φωτίζουν σημαντικές πτυχές της ιστορίας της Φωκίδας και των πρωταγωνιστών της.

Η συγκεκριμένη επιστολή έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή προέρχεται από άλλον συγγραφέα και αναγνώστη του βιβλίου, και όχι από πρόσωπο που συμμετείχε στην έκδοσή του.


Ο Βαγγέλης Μυταράς: «προϊόν ενδελεχούς έρευνας»

Σε αυτή την εικόνα προστίθεται και η θετική παρουσίαση του Βαγγέλη Μυταρά, η οποία δημοσιεύθηκε στις 27 Μαΐου 2020, με τίτλο:

«Ο απολογισμός του εγκλεισμού και “ο Άγιος Σαλώνων Ησαΐας”».

Ο Μυταράς χαρακτηρίζει τον Θεοδωρή Γκούμα:

«τον έγκριτο δημοσιογράφο – ερευνητή, αλλά και αξιαγάπητο συμπατριώτη μας».

Για το βιβλίο σημειώνει χαρακτηριστικά:

«Είναι ένα προϊόν ενδελεχούς έρευνας».

Σύμφωνα με την παρουσίασή του, η έρευνα του Γκούμα πραγματοποιήθηκε σε βάθος χρόνου και έφερε στο φως λεπτομέρειες από τη ζωή του Ησαΐα.

Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η τελική του αποτίμηση:

«ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι έχει μπροστά του ένα έργο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας για την εθνική, αλλά και την τοπική μας Ιστορία.»

Και καταλήγει:

«Το παραπάνω έργο του συγγραφέα – ερευνητή Θεοδώρου Γκούμα είναι προσφορά στον αγαπημένο του τόπο και δεν πρέπει να λείπει από την βιβλιοθήκη κανενός Φωκέα.»

Η παρουσίαση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία στο συνολικό σώμα των τεκμηρίων, επειδή αποτελεί αυτοτελή δημοσιευμένη παρουσίαση και όχι πρόλογο ή συνοδευτικό κείμενο της έκδοσης.


Ένα βιβλίο που συμμετείχε στον διαγωνισμό της Ακαδημίας Αθηνών

Ο «Άγιος Σαλώνων Ησαΐας» συμμετείχε επίσης στον διαγωνισμό για το Α΄ Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών το 2020.

Η συμμετοχή ασφαλώς δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως βράβευση — δεν είναι αυτό.

Αποτελεί όμως ένα ακόμη στοιχείο της διαδρομής του έργου και της επιλογής του συγγραφέα να υποβάλει το βιβλίο στην κρίση ενός κορυφαίου πνευματικού θεσμού.


Από το προσωπικό έργο στη δημόσια πολιτιστική περιουσία

Η ιστορία του «Αγίου Σαλώνων Ησαΐα» αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον από τη στιγμή που ο Θεοδωρής Γκούμας αποφάσισε να παραχωρήσει ανιδιοτελώς στον Δήμο Δελφών τόσο το έργο όσο και τα εις αεί δικαιώματά του.

Με τον τρόπο αυτό το βιβλίο πέρασε από τη σφαίρα της προσωπικής δημιουργίας στη σφαίρα της δημόσιας πολιτιστικής περιουσίας, σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν δοθεί για την παραχώρηση.

Η επιλογή αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για ένα έργο που ασχολείται με την ιστορική μνήμη ενός συγκεκριμένου τόπου.

Ο συγγραφέας δεν κράτησε το έργο αποκλειστικά ως προσωπική πνευματική ιδιοκτησία, αλλά το συνέδεσε με τον Δήμο Δελφών και με τη δυνατότητα να παραμείνει στη διάθεση των επόμενων γενεών.


Η Πολεμική Συλλογή και το Μουσείο Ελληνικής Επανάστασης

Η προσφορά του Γκούμα στη διατήρηση της ιστορικής μνήμης δεν περιορίζεται στο βιβλίο.

Έχει προσφέρει την Πολεμική του Συλλογή στον Δήμο Δελφών, η οποία εκτίθεται στο Μουσείο Ελληνικής Επανάστασης στην Άμφισσα.

Τα εγκαίνια του Μουσείου συνδέθηκαν με την παρουσία του τότε Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας Προκοπίου Παυλοπούλου.

Η πράξη αυτή συμπληρώνει την εικόνα ενός ανθρώπου που δεν ασχολήθηκε μόνο με την καταγραφή της ιστορίας μέσα από τη συγγραφή, αλλά συνέβαλε και στη διάσωση και δημόσια παρουσίαση ιστορικού υλικού.


Τι δείχνουν όλα αυτά;

Όταν συγκεντρώσει κανείς τα διαθέσιμα τεκμήρια, προκύπτει μια εικόνα που δεν μπορεί να αποτυπωθεί μέσα από μία μόνο κριτική ή μία μόνο άποψη.

Το βιβλίο έχει:

  • προλογηθεί από τον Νίκο Γκελεστάθη, τέως υπουργό και βουλευτή Φωκίδας,
  • προλογηθεί από τον Αθανάσιο Παναγιωτόπουλο, δήμαρχο Δελφών,
  • εκδοθεί από τον Δήμο Δελφών,
  • λάβει την επαινετική αναφορά του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου Β΄,
  • λάβει ιδιαίτερα θετική αξιολόγηση από τον Μητροπολίτη Ιερεμία,
  • αξιολογηθεί θετικά από τον συγγραφέα Γεώργιο Η. Γκούμα,
  • παρουσιαστεί θετικά από τον Βαγγέλη Μυταρά,
  • συμμετάσχει στον διαγωνισμό για το Α΄ Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών το 2020,
  • και, σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν παραχωρηθεί, τα δικαιώματα του έργου έχουν δωρηθεί στον Δήμο Δελφών.

Το σύνολο αυτό δεν σημαίνει ότι το βιβλίο είναι υπεράνω κριτικής. Κανένα ιστορικό ή δημοσιογραφικό έργο δεν είναι.

Ούτε σημαίνει ότι οι θετικές κρίσεις αποτελούν από μόνες τους επιστημονική πιστοποίηση κάθε επιμέρους ιστορικού ισχυρισμού.

Σημαίνει όμως κάτι απολύτως συγκεκριμένο:

ο «Άγιος Σαλώνων Ησαΐας» έχει τύχει μιας ευρείας και πολυφωνικής θετικής υποδοχής από πρόσωπα διαφορετικών ιδιοτήτων και από θεσμούς διαφορετικού χαρακτήρα.

Και αυτό είναι ένα ιστορικό γεγονός της ίδιας της διαδρομής του βιβλίου.


Η κριτική και η θέση της

Ένα βιβλίο, φυσικά, μπορεί να κριθεί θετικά ή αρνητικά. Η κριτική είναι αναπόσπαστο μέρος του δημόσιου διαλόγου και ένα έργο που φιλοδοξεί να ασχοληθεί με την ιστορία οφείλει να αντέχει στην κριτική.

Ακριβώς γι’ αυτό δεν υπάρχει λόγος να απαντηθεί κάθε αρνητική άποψη με προσωπική αντιπαράθεση.

Η ουσία βρίσκεται αλλού:

στην παράθεση των πηγών, των τεκμηρίων, της πορείας του βιβλίου και της υποδοχής του.

Ο αναγνώστης είναι ο τελικός κριτής.

Μπορεί να συμφωνήσει ή να διαφωνήσει με τον συγγραφέα. Μπορεί να θεωρήσει κάποια συμπεράσματα πειστικά και άλλα όχι. Μπορεί να αγαπήσει το βιβλίο ή να το απορρίψει.

Αυτό όμως προϋποθέτει ότι το βιβλίο θα κριθεί για αυτό που πραγματικά είναι και για αυτό που πραγματικά επιχείρησε να κάνει.

Ο Θεοδωρής Γκούμας επέλεξε τη ματιά του δημοσιογράφου και του ιστορικού ερευνητή-ρεπόρτερ. Η δική του προσπάθεια ήταν να αναζητήσει στοιχεία, να φωτίσει πρόσωπα και γεγονότα και να φέρει στο αναγνωστικό κοινό μια ιστορική προσωπικότητα που βρίσκεται βαθιά συνδεδεμένη με τη Φωκίδα και την Επανάσταση του 1821.


Τα τεκμήρια μένουν

Τελικά, ίσως αυτό είναι το ουσιαστικότερο συμπέρασμα.

Οι προσωπικές κρίσεις έρχονται και παρέρχονται. Οι αντιπαραθέσεις επίσης.

Τα έγγραφα, οι πρόλογοι, οι επιστολές, οι δημοσιευμένες παρουσιάσεις, οι θεσμικές αποφάσεις και οι δωρεές, όμως, παραμένουν.

Και στην περίπτωση του «Αγίου Σαλώνων Ησαΐα», αυτά τα τεκμήρια καταγράφουν μια ιδιαίτερη διαδρομή:

από την προσωπική έρευνα ενός δημοσιογράφου,
στη συγγραφή ενός βιβλίου,
στη θετική υποδοχή από πολιτικούς, αυτοδιοικητικούς, εκκλησιαστικούς και συγγραφείς,
στην έκδοση από τον Δήμο Δελφών,
και τελικά στην παραχώρηση του έργου και των δικαιωμάτων του στη δημόσια πολιτιστική περιουσία.

Αυτό είναι πλέον μέρος της ιστορίας του ίδιου του βιβλίου.

Και ίσως η καλύτερη απάντηση σε κάθε διαφορετική άποψη να μην είναι μια νέα αντιπαράθεση, αλλά η παρουσίαση όλων των τεκμηρίων και η ελεύθερη κρίση του αναγνώστη.

Ο «Άγιος Σαλώνων Ησαΐας» έχει τη δική του διαδρομή. Και η διαδρομή αυτή αξίζει να καταγραφεί.

Σάββατο 22 Αυγούστου 2026

Ο «Άγιος Σαλώνων Ησαΐας» απέναντι στην κριτική του Ταλάντη

 

 Ο «AΓΙΟΣ  ΣΑΛΩΝΩΝ  ΗΣΑΙΑΣ» ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΤΑΛΑΝΤΗ






 

 Τα τεκμήρια, οι μαρτυρίες και η πλήρης εικόνα ενός βιβλίου για τον Ησαΐα και το 1821


Μια τεκμηριωμένη απάντηση στις βασικές αιτιάσεις της βιβλιοκριτικής και η ιστορία ενός έργου που δεν μπορεί να κριθεί από μία μόνο αρνητική φωνή. Την φωνή του Ευθυμίου Ταλάντη.

 

Του Θεοδώρου Γκούμα.

 

Υπάρχει μια βασική αρχή που οφείλει να διέπει κάθε δημόσια συζήτηση γύρω από ένα βιβλίο: κάθε έργο που δημοσιεύεται είναι απολύτως θεμιτό να κρίνεται.

Η αρνητική κριτική δεν είναι εχθρός της πνευματικής δημιουργίας. Αντίθετα, όταν είναι τεκμηριωμένη, συγκεκριμένη και καλόπιστη, μπορεί να λειτουργήσει δημιουργικά, να αναδείξει αδυναμίες και να συμβάλει στον διάλογο.

Το ίδιο, επομένως, ισχύει και για την κριτική που ασκήθηκε στο βιβλίο του Θεοδώρου Γκούμα «Ο Άγιος Σαλώνων Ησαΐας» από τον Ευθύμιο Χαρ. Ταλάντη.

Δεν υπάρχει λόγος να απαντηθούν οι χαρακτηρισμοί με άλλους χαρακτηρισμούς.

Υπάρχει όμως λόγος να εξεταστούν μία προς μία οι βασικές αιτιάσεις της συγκεκριμένης βιβλιοκριτικής, να διαχωριστούν οι υποκειμενικές αξιολογήσεις από τα αντικειμενικά ζητήματα και, κυρίως, να παρουσιαστεί στον αναγνώστη ολόκληρη η εικόνα γύρω από το βιβλίο.

Διότι η ιστορία ενός βιβλίου δεν γράφεται από μία μόνο βιβλιοκριτική.

 

1. Πρώτα απ’ όλα: τι είδους βιβλίο είναι ο «Άγιος Σαλώνων Ησαΐας»;

Πριν αξιολογηθεί οποιοδήποτε έργο, πρέπει να προσδιοριστεί τι ακριβώς επιδιώκει να είναι.

Ο Θεόδωρος Γκούμας δεν παρουσίασε το έργο του ως πανεπιστημιακή ιστοριογραφική μονογραφία ούτε ως ακαδημαϊκή διατριβή.

Το έργο κινείται στον χώρο της δημοσιογραφικής ιστορικής έρευνας, με αντικείμενο τον Επίσκοπο Σαλώνων Ησαΐα, την εποχή του και το ευρύτερο ιστορικό περιβάλλον της Επανάστασης του 1821 στη Ρούμελη και στη Φωκίδα.

Αυτό είναι κρίσιμο.

Διότι άλλο είναι να κρίνεται ένα βιβλίο ως προς την ιστορική του ακρίβεια, τις πηγές του και την τεκμηρίωσή του και άλλο να απορρίπτεται επειδή δεν ακολουθεί υποχρεωτικά όλους τους κανόνες που θα απαιτούνταν από μια ακαδημαϊκή ιστοριογραφική μελέτη.

Βεβαίως, η δημοσιογραφική ιστορική έρευνα δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση της ακρίβειας.

Όμως πρέπει να αξιολογείται ως αυτό που είναι.

Και ο ίδιος ο συγγραφέας έχει εξηγήσει ότι δεν επιχείρησε να γράψει πανεπιστημιακή ιστορική πραγματεία αλλά να προσεγγίσει δημοσιογραφικά, ερευνητικά και τεκμηριωτικά μια ιστορική προσωπικότητα και την εποχή της.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το βιβλίο είναι υπεράνω κριτικής.

Σημαίνει ότι η κριτική πρέπει να ξεκινά από το πραγματικό είδος του έργου.

 

2. Ο τίτλος «Ο Άγιος Σαλώνων Ησαΐας»

Μία από τις αιτιάσεις αφορά τον ίδιο τον τίτλο του βιβλίου.

Το ερώτημα είναι εάν ο τίτλος «Ο Άγιος Σαλώνων Ησαΐας» δημιουργεί την εντύπωση ότι έχει ήδη ολοκληρωθεί επίσημη εκκλησιαστική αγιοκατάταξη.

Η απάντηση απαιτεί διάκριση.

Ο τίτλος ενός βιβλίου δεν αποτελεί πράξη αγιοκατάταξης.

Δεν υποκαθιστά την Ιερά Σύνοδο.

Δεν αποτελεί εκκλησιαστική απόφαση.

Ο ίδιος ο σκοπός του βιβλίου είναι να αναδείξει ακριβώς το ιστορικό, εκκλησιαστικό και ηθικό ζήτημα της προσωπικότητας του Ησαΐα και της προσπάθειας αναγνώρισης της προσφοράς του.

Το ζήτημα της αγιοκατάταξης, άλλωστε, δεν δημιουργήθηκε από το βιβλίο.

Υπήρχε πολύ πριν από αυτό.

Και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία.

 

3. Η προσπάθεια του Μέγα Φαράντου και το προγενέστερο ιστορικό.

Πριν από την έκδοση του βιβλίου είχε προηγηθεί προσπάθεια του πανεπιστημιακού καθηγητή Μέγα Φαράντου για την αναγνώριση της αγιότητας του Ησαΐα, αλλά και των Αθανασίου Διάκου και Παπαγιάννη.

Η προσπάθεια αυτή δεν είχε συνέχεια μετά την απόρριψη του σχετικού αιτήματος από τον Αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο.

Επομένως, η αναφορά στον Ησαΐα ως πρόσωπο που έχει αποτελέσει αντικείμενο εκκλησιαστικού ενδιαφέροντος και συζήτησης δεν αποτελεί επινόηση του συγγραφέα του βιβλίου.

Αποτελεί προγενέστερη πραγματικότητα.

Ο Μέγας Φαράντος απεβίωσε το 2020.

Σύμφωνα με προσωπική μαρτυρία του συγγραφέα, πρόλαβε να πάρει στα χέρια του το βιβλίο και εξέφρασε τη χαρά του για την έκδοσή του.

Η διάκριση εδώ είναι απαραίτητη:

η συγκεκριμένη πληροφορία καταγράφεται ως προσωπική μαρτυρία του συγγραφέα και όχι ως επίσημο εκκλησιαστικό τεκμήριο.

Αυτή ακριβώς η διάκριση μεταξύ τεκμηρίου και προσωπικής μαρτυρίας είναι που πρέπει να χαρακτηρίζει μια σοβαρή παρουσίαση.

 

4. «Πολυγνωσία» ή ιστορική έρευνα;

Ο Ταλάντης χαρακτηρίζει την ανάπτυξη του υλικού του βιβλίου ως αποτέλεσμα «πολυγνωσίας» και αμφισβητεί τη μεθοδολογική του επάρκεια.

Εδώ πρέπει να γίνει μια ουσιαστική διάκριση.

Μπορεί κάποιος να θεωρεί ότι ο συγγραφέας θα έπρεπε να χρησιμοποιήσει διαφορετικό σύστημα παραπομπών.

Μπορεί να θεωρεί ότι ορισμένες πληροφορίες έπρεπε να παρουσιάζονται διαφορετικά.

Μπορεί ακόμη να διαφωνεί με τη σύνθεση του υλικού.

Όλα αυτά είναι θεμιτά.

Αλλά για να μετατραπεί η διαφωνία σε τεκμηριωμένη απόρριψη της έρευνας, χρειάζονται συγκεκριμένα παραδείγματα.

Ποια πληροφορία είναι λανθασμένη;

Ποια πηγή δεν χρησιμοποιήθηκε σωστά;

Ποια ιστορική αναφορά είναι ανακριβής;

Ποιο γεγονός παρουσιάζεται εσφαλμένα;

Μια ιστορική κριτική αποκτά πραγματική αξία όταν απαντά σε αυτά τα ερωτήματα.

Η γενική απαξίωση, αντίθετα, δεν αρκεί.

 

5. Τα «εμβόλιμα» κεφάλαια και η ιστορική αφήγηση

Ο Ταλάντης θεωρεί ότι ορισμένα κεφάλαια είναι εμβόλιμα και απομακρύνονται από το κεντρικό θέμα.

Και εδώ η διαφωνία μπορεί να είναι απολύτως θεμιτή.

Αλλά πρέπει να εξεταστεί η φύση του αντικειμένου.

Ο Ησαΐας δεν έζησε σε ιστορικό κενό.

Ήταν Επίσκοπος Σαλώνων σε μια από τις κρισιμότερες περιόδους της ελληνικής ιστορίας.

Η ζωή του συνδέεται με:

● τη Φωκίδα,

● τα Σάλωνα,

● τη Ρούμελη,

● την προετοιμασία και την έκρηξη της Επανάστασης,

● τον Πανουργιά,

● τον Αθανάσιο Διάκο,

● τις πολεμικές επιχειρήσεις,

● την απελευθέρωση των Σαλώνων,

● τις μάχες της Αλαμάνας,

● και το τέλος του ίδιου του Ησαΐα.

Επομένως, η ιστορική αφήγηση ενός προσώπου δεν είναι πάντοτε δυνατό να περιοριστεί αποκλειστικά σε μια βιογραφική παράθεση ημερομηνιών.

Η ανασύσταση του ιστορικού περιβάλλοντος μπορεί να αποτελεί μέρος της ερμηνείας της δράσης του προσώπου.

Κάποιος μπορεί να θεωρεί ότι η ανάπτυξη είναι μεγαλύτερη από όσο θα επιθυμούσε.

Αυτό είναι κριτική της δομής.

Δεν είναι απόδειξη ιστορικής αστοχίας.

 

6. Η αισθητική του εξωφύλλου και των φωτογραφιών

Ένα ακόμη μέρος της κριτικής αφορά το εξώφυλλο και τη χρήση σύγχρονων φωτογραφιών, οι οποίες χαρακτηρίζονται ακόμη και «άθλιες».

Εδώ η απάντηση είναι απλούστερη.

Η αισθητική είναι σε μεγάλο βαθμό ζήτημα προσωπικού γούστου.

Ένα εξώφυλλο μπορεί να αρέσει σε κάποιον και να μην αρέσει σε κάποιον άλλον.

Μια φωτογραφία μπορεί να θεωρηθεί εξαιρετική από έναν αναγνώστη και ακαλαίσθητη από έναν άλλο.

Αυτό όμως δεν συνιστά ιστορική κριτική.

Εάν μια φωτογραφία είναι λανθασμένη, τότε πρέπει να αποδειχθεί ότι είναι λανθασμένη.

Εάν είναι ανακριβώς λεζανταρισμένη, πρέπει να υποδειχθεί.

Εάν είναι άσχετη, πρέπει να εξηγηθεί γιατί.

Η αισθητική απαξίωση, από μόνη της, δεν αποδεικνύει ούτε ιστορική ανακρίβεια ούτε ερευνητική ανεπάρκεια.

 

7. Οι παραπομπές και η βιβλιογραφική τεκμηρίωση

Αυτό είναι ένα από τα σημεία στα οποία μια σοβαρή κριτική μπορεί πράγματι να είναι χρήσιμη.

Ο Ταλάντης διατυπώνει ενστάσεις για τον τρόπο παρουσίασης των πηγών και των παραπομπών.

Είναι δικαίωμα κάθε κριτικού να ζητά μεγαλύτερη ακρίβεια στην τεκμηρίωση.

Αλλά υπάρχει μια απλή αρχή:

η κριτική των πηγών πρέπει και η ίδια να είναι συγκεκριμένη.

Εάν μια παραπομπή είναι ανεπαρκής, πρέπει να υποδεικνύεται η συγκεκριμένη σελίδα.

Εάν μια πηγή δεν στηρίζει τον ισχυρισμό, πρέπει να παρατίθεται ο ισχυρισμός και να εξηγείται η αντίφαση.

Εάν μια πληροφορία είναι ιστορικά λανθασμένη, πρέπει να παρουσιάζεται το αντίθετο τεκμήριο.

Έτσι λειτουργεί ο επιστημονικός και πνευματικός διάλογος.

Η γενική διαπίστωση ότι «δεν υπάρχουν επαρκείς παραπομπές» χωρίς παράθεση χαρακτηριστικών παραδειγμάτων έχει μικρότερη αποδεικτική δύναμη.

 

8. Η σοβαρότερη αιτίαση: η πνευματική ιδιοκτησία

Υπάρχει όμως ένα σημείο της κριτικής που απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή.

Ο Ταλάντης αναφέρεται σε «προβλήματα δεοντολογίας» και κάνει λόγο για «καταστρατήγηση πνευματικής ιδιοκτησίας», προσθέτοντας τη χαρακτηριστική φράση «με ό,τι αυτό ενδεχομένως συνεπάγεται».

Αυτό δεν είναι απλή αισθητική κρίση.

Είναι σοβαρός υπαινιγμός.

Και ακριβώς επειδή είναι σοβαρός, απαιτεί συγκεκριμένη τεκμηρίωση.

Ποιο συγκεκριμένο έργο;

Ποιος συγκεκριμένος δημιουργός;

Ποιο συγκεκριμένο απόσπασμα;

Ποια συγκεκριμένη χρήση;

Ποια ακριβώς πράξη συνιστά, κατά τον κριτικό, παραβίαση;

Χωρίς απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα, ο αναγνώστης δεν έχει τη δυνατότητα να ελέγξει τον υπαινιγμό.

Μια τόσο σοβαρή αιτίαση δεν μπορεί να στηρίζεται απλώς σε μια γενική διατύπωση.

Αν υπάρχει συγκεκριμένο ζήτημα πνευματικής ιδιοκτησίας, αυτό μπορεί να παρουσιαστεί με ακρίβεια.

Αν δεν παρουσιάζεται, τότε παραμένει ένας μη εξειδικευμένος ισχυρισμός.

Και αυτή είναι μια σημαντική διαφορά.

 

9. Η έκδοση από τον Δήμο Δελφών.

Η έκδοση του βιβλίου από τον Δήμο Δελφών αποτελεί αναμφίβολα σημαντικό στοιχείο της ιστορίας του.

Δεν σημαίνει ότι η έκδοση από έναν θεσμικό φορέα καθιστά ένα βιβλίο αλάνθαστο.

Ούτε αποτελεί από μόνη της πιστοποιητικό ιστορικής ορθότητας.

Αποτελεί όμως στοιχείο που πρέπει να συμπεριλαμβάνεται στην πλήρη εικόνα.

Ο Δήμος Δελφών επέλεξε να εκδώσει το έργο, ενώ ο συγγραφέας παραχώρησε τα πνευματικά δικαιώματα στον Δήμο.

Η έκδοση δεν ήταν μια εμπορική προσπάθεια ιδιωτικού εκδοτικού οίκου.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν τεθεί στη διάθεση της «Αντιγνωμίας», ο συγγραφέας προσέφερε το έργο στον Δήμο και δεν αμείφθηκε για τη συγγραφή του.

Η τελική διάθεση του βιβλίου στους δημότες έγινε δωρεάν.

Αυτά είναι στοιχεία της ιστορίας της έκδοσης και ο αναγνώστης δικαιούται να τα γνωρίζει.

 

10. Η ιστορία της έκδοσης δεν μπορεί να αποκοπεί από το περιεχόμενο της κριτικής

Η κριτική ενός βιβλίου ασφαλώς πρέπει να αφορά πρωτίστως το ίδιο το βιβλίο.

Όμως όταν η κριτική αφήνει να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι πρόκειται για μια εντελώς αυθαίρετη ή τυχαία έκδοση, τότε η πλήρης εικόνα αποκτά σημασία.

Η έκδοση είχε προηγηθεί από μια μακρά περίοδο ενασχόλησης του συγγραφέα με το αντικείμενο.

Το έργο συνδέθηκε με την προσπάθεια ανάδειξης του Ησαΐα και της ιστορικής του παρουσίας.

Και στη συνέχεια περιβλήθηκε από σειρά θεσμικών και προσωπικών κρίσεων.

Αυτές δεν κάνουν το βιβλίο «αλάθητο».

Κάνουν όμως σαφές ότι η ιστορία της έκδοσης είναι πολύ πιο σύνθετη από την εικόνα που θα μπορούσε να σχηματίσει κανείς διαβάζοντας μία και μόνο αρνητική βιβλιοκριτική.

 

11. Ο πρόλογος του Νίκου Γκελεστάθη

Ένα από τα σημαντικότερα τεκμήρια είναι ο πρόλογος του Νικολάου Γκελεστάθη, πρώην υπουργού και βουλευτή Φωκίδας, ο οποίος είχε γραφτεί ήδη από το 2009.

Ο Γκελεστάθης δεν ήταν ένας τυχαίος αναγνώστης που εξέφρασε εκ των υστέρων μια γενική συμπάθεια.

Είχε γνωρίσει το εγχείρημα και είχε γράψει πρόλογο για το έργο.

Η χαρακτηριστική φράση του:

«πιστεύω ότι αξίζει την καλύτερη θέση στην βιβλιοθήκη μας αλλά και στην καρδιά μας.»

είναι ένα σαφές και γραπτό τεκμήριο θετικής αξιολόγησης.

Δεν αποδεικνύει ότι κάθε ιστορική θέση του βιβλίου είναι ορθή.

Αποδεικνύει όμως κάτι πολύ συγκεκριμένο:

ότι υπήρχε θετική αξιολόγηση του έργου ήδη από το 2009.

 

12. Ο πρόλογος του Δημάρχου Δελφών Αθανασίου Παναγιωτόπουλου

Ανάλογη σημασία έχει ο πρόλογος του Δημάρχου Δελφών Αθανασίου Παναγιωτόπουλου.

Στον πρόλογό του αναφέρει:

«Ο Θοδωρής Γκούμας καταθέτει ένα έργο μεγάλης αξίας για την έρευνα και την ιστοριογραφία του ’21.»

Πρόκειται για μια σαφή θεσμική κρίση του Δημάρχου του Δήμου που εξέδωσε το βιβλίο.

Και πάλι, η παρουσία της θετικής κρίσης δεν σημαίνει ότι ο αναγνώστης υποχρεώνεται να συμφωνήσει μαζί της.

Σημαίνει ότι η δημόσια ιστορία του βιβλίου περιλαμβάνει και αυτή την αξιολόγηση.

Δεν μπορεί να διαγραφεί.

 

13. Η επιστολή του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου

Ακόμη μεγαλύτερη σημασία έχει το έγγραφο του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Ιερωνύμου.

Στην επιστολή του αναφέρει:

«Είναι πραγματικά απόσταγμα γνώσης και συστηματικής έρευνας»

Πρόκειται για έγγραφη κρίση ανώτατου εκκλησιαστικού προσώπου.

Δεν αποτελεί επιστημονική αξιολόγηση με την ακαδημαϊκή έννοια.

Αποτελεί όμως πρωτογενές γραπτό τεκμήριο θετικής υποδοχής του βιβλίου.

Και ακριβώς έτσι πρέπει να παρουσιάζεται.

Ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο.

 

14. Η κρίση του Μητροπολίτη Ιερεμία

Ανάλογης σημασίας είναι η γραπτή αξιολόγηση του Μητροπολίτη Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως Ιερεμία.

Ο Μητροπολίτης αναφέρει ότι:

«το βιβλίο Σας αποτελεί μία επιστημονική μελέτη και έρευνα»

και υπογραμμίζει ότι:

«πρέπει να υπάρχει σε κάθε βιβλιοθήκη».

Ανεξάρτητα από το αν κάποιος συμφωνεί ή διαφωνεί με τον συγκεκριμένο χαρακτηρισμό, το γεγονός παραμένει:

υπάρχει γραπτή, επώνυμη και θετική αξιολόγηση του έργου.

Και επομένως η κριτική εικόνα του βιβλίου δεν μπορεί να εμφανίζεται ως μονοδιάστατη.

 

15. Η θετική κριτική του Γεωργίου Η. Γκούμα

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η θετική βιβλιοκριτική του Γεωργίου Η. Γκούμα, ο οποίος αναφέρεται στα:

«αδιάσειστα και αξιόλογα εκείνα ιστορικά στοιχεία».

Και εδώ έχουμε μια διαφορετική αξιολόγηση από εκείνη του Ταλάντη.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο ένας είναι αυτομάτως σωστός και ο άλλος αυτομάτως λανθασμένος.

Σημαίνει ότι υπάρχει πραγματική διαφωνία αξιολόγησης.

Και αυτή ακριβώς τη διαφωνία ο αναγνώστης πρέπει να γνωρίζει.

 

16. Ο Βαγγέλης Μυταράς και η επικοινωνία του βιβλίου

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η τοποθέτηση του Βαγγέλη Μυταρά, ο οποίος χαρακτήρισε το έργο ιδιαίτερα σημαντικό για την εθνική αλλά και την τοπική Ιστορία.

Αναφερόμενος στην επικοινωνία και διάθεση του βιβλίου, σημείωσε χαρακτηριστικά:

«Δυστυχώς ο κορωνοϊός ανέκοψε την διαδικασία αυτή».

Η αναφορά έχει τη σημασία της.

Δείχνει ότι η περιορισμένη επικοινωνία του βιβλίου προς το κοινό δεν μπορεί να αποδοθεί απλουστευτικά σε έλλειψη ενδιαφέροντος ή σε αδυναμία του έργου.

Η περίοδος της πανδημίας δημιούργησε αντικειμενικούς περιορισμούς στη δημόσια παρουσίαση και κυκλοφορία πολλών εκδόσεων.

 

17. Η επικοινωνία με τον Νίκο Γκελεστάθη

Υπάρχει ακόμη ένα στοιχείο που πρέπει να παρουσιαστεί με την απαραίτητη μεθοδολογική προσοχή.

Σύμφωνα με προσωπική μαρτυρία του συγγραφέα, ο Νίκος Γκελεστάθης είχε παραλάβει την έκδοση και, λίγο πριν από τον θάνατό του, επικοινώνησε τηλεφωνικά μαζί του και τον συνεχάρη.

Αυτό καταγράφεται ως προσωπική μαρτυρία του συγγραφέα.

Το αδιαμφισβήτητο γραπτό τεκμήριο παραμένει ο πρόλογος του Νίκου Γκελεστάθη της 25ης Μαρτίου 2009.

Η διάκριση αυτή δεν αποδυναμώνει την αφήγηση.

Την ενισχύει.

Διότι η αξιοπιστία ενός άρθρου δεν αυξάνεται όταν όλα παρουσιάζονται ως «αποδείξεις».

Αυξάνεται όταν ο συντάκτης ξεχωρίζει με ακρίβεια:

τι είναι έγγραφο, τι είναι δημοσιευμένη πηγή και τι είναι προσωπική μαρτυρία.

 

18. Η συμμετοχή στη διαδικασία βράβευσης της Ακαδημίας Αθηνών

Έχει επίσης αναφερθεί η συμμετοχή του βιβλίου στη διαδικασία βράβευσης της Ακαδημίας Αθηνών το 2020.

Σύμφωνα με την προσωπική μαρτυρία του συγγραφέα, το βιβλίο συμμετείχε στη διαδικασία βράβευσης της Ακαδημίας Αθηνών το 2020.

Και αυτό ακριβώς πρέπει να παραμείνει.

Η αποφυγή υπερβολών αποτελεί πλεονέκτημα, όχι αδυναμία.

 

19. Τι απομένει, λοιπόν, από την κριτική του Ταλάντη;

Μετά την εξέταση των βασικών αιτιάσεων, απομένει αυτό που πραγματικά είναι:

μια προσωπική κριτική άποψη για το βιβλίο.

Και αυτή η άποψη είναι απολύτως θεμιτή.

Δεν απομένει όμως ως η μοναδική διαθέσιμη κρίση.

Δεν μπορεί να ακυρώσει εκ των υστέρων:

τον πρόλογο του Νικολάου Γκελεστάθη του 2009,

τον πρόλογο του Δημάρχου Δελφών Αθανασίου Παναγιωτόπουλου,

την έγγραφη επιστολή του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου,

την έγγραφη αξιολόγηση του Μητροπολίτη Ιερεμία,

τη θετική κριτική του Γεωργίου Η. Γκούμα,

τη δημοσιευμένη αξιολόγηση του Βαγγέλη Μυταρά,

την έκδοση από τον Δήμο Δελφών,

την παραχώρηση των πνευματικών δικαιωμάτων στον Δήμο,

την άνευ αμοιβής συγγραφή του έργου,

και τη δωρεάν διάθεσή του στους δημότες.

Κανείς δεν υποχρεώνεται να συμφωνήσει με καμία από αυτές τις κρίσεις.

Αλλά κανείς δεν μπορεί να τις εξαφανίσει από την ιστορία του βιβλίου.

 

20. Δεν ζητείται ασυλία από την κριτική

Υπάρχει μια ουσιώδης διαφορά ανάμεσα στο να ζητά κάποιος να μην κρίνεται και στο να ζητά να παρουσιάζεται ολόκληρη η εικόνα.

Ο συγγραφέας δεν έχει λόγο να ζητήσει να σιωπήσει η αρνητική κριτική.

Ούτε πρέπει.

Η ιστορική συζήτηση χρειάζεται αντιπαραθέσεις.

Χρειάζεται διαφορετικές απόψεις.

Χρειάζεται ακόμη και αυστηρούς κριτές.

Εκείνο που δεν μπορεί να θεωρηθεί δίκαιο είναι να παρουσιάζεται μια μεμονωμένη αρνητική κρίση ως η τελική και αντικειμενική ετυμηγορία για ένα έργο το οποίο έχει τύχει διαφορετικής υποδοχής από πρόσωπα και θεσμούς με διαφορετικές ιδιότητες.

Ο αναγνώστης έχει δικαίωμα να γνωρίζει:

την αρνητική κριτική,

τους προλόγους,

τις επιστολές,

τις θετικές και αρνητικές βιβλιοκριτικές,

την ιστορία της έκδοσης,

τη σχέση του έργου με τον Δήμο Δελφών,

την παραχώρηση των δικαιωμάτων,

τις συνθήκες της διάθεσής του,

και, κυρίως, τα ίδια τα τεκμήρια.

Και ύστερα να αποφασίσει μόνος του.

 

21. Η ιστορία του βιβλίου δεν γράφεται από έναν μόνο κριτικό

Αν κάτι προκύπτει από το σύνολο των διαθέσιμων στοιχείων, είναι ότι η ιστορία του «Αγίου Σαλώνων Ησαΐα» δεν μπορεί να συμπυκνωθεί σε μία μόνο αρνητική βιβλιοκριτική.

Ένας τέως υπουργός και βουλευτής Φωκίδας έγραψε ήδη από το 2009:

«πιστεύω ότι αξίζει την καλύτερη θέση στην βιβλιοθήκη μας αλλά και στην καρδιά μας.»

Ένας Δήμαρχος Δελφών έγραψε:

«Ο Θοδωρής Γκούμας καταθέτει ένα έργο μεγάλης αξίας για την έρευνα και την ιστοριογραφία του ’21.»

Ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος έγραψε:

«Είναι πραγματικά απόσταγμα γνώσης και συστηματικής έρευνας».

Ο Μητροπολίτης Ιερεμίας έγραψε:

«το βιβλίο Σας αποτελεί μία επιστημονική μελέτη και έρευνα»

και ότι:

«πρέπει να υπάρχει σε κάθε βιβλιοθήκη».

Ο Γεώργιος Η. Γκούμας μίλησε για:

«τα αδιάσειστα και αξιόλογα εκείνα ιστορικά στοιχεία».

Ο Βαγγέλης Μυταράς αναφέρθηκε σε:

«ένα έργο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας για την εθνική, αλλά και την τοπική μας Ιστορία».

Αυτές οι κρίσεις δεν αποτελούν απόδειξη ότι το βιβλίο είναι αλάνθαστο.

Αποτελούν όμως γεγονότα της δημόσιας ιστορίας του βιβλίου.

Και τα γεγονότα δεν ακυρώνονται επειδή κάποιος διαφωνεί μαζί τους.

 

22. Το κρίσιμο ερώτημα: τι πρέπει τελικά να κάνει ο αναγνώστης;

Ο αναγνώστης δεν χρειάζεται να πάρει θέση επειδή του το ζητά ο συγγραφέας.

Δεν χρειάζεται να αποδεχθεί την κριτική του Ταλάντη.

Ούτε χρειάζεται να αποδεχθεί τις θετικές κρίσεις που έχουν διατυπωθεί.

Χρειάζεται να κάνει κάτι πολύ απλούστερο:

να διαβάσει.

Να συγκρίνει.

Να εξετάσει τις πηγές.

Να δει τα τεκμήρια.

Να αξιολογήσει τη μέθοδο.

Να διαμορφώσει τη δική του κρίση.

Αυτός είναι ο φυσιολογικός δρόμος κάθε πνευματικού έργου.

 

23. Η Ιστορία δεν χρειάζεται ούτε αγιογραφίες ούτε μηδενισμούς

Και εδώ βρίσκεται ίσως η ουσία ολόκληρης της υπόθεσης.

Ο Επίσκοπος Σαλώνων Ησαΐας είναι ιστορικό πρόσωπο.

Η δράση του συνδέεται με μια από τις σημαντικότερες στιγμές της ελληνικής ιστορίας.

Η αποτίμησή του δεν μπορεί να εξαντληθεί ούτε σε έναν τίτλο βιβλίου ούτε σε μία βιβλιοκριτική.

Χρειάζεται έρευνα.

Χρειάζεται σύγκριση πηγών.

Χρειάζεται ιστορική συνείδηση.

Χρειάζεται διάλογο.

Και πάνω απ’ όλα χρειάζεται σεβασμό στα τεκμήρια.

Ούτε ο συγγραφέας πρέπει να ζητά να μείνει το έργο του στο απυρόβλητο ούτε ο κριτικός να θεωρεί ότι η δική του κρίση αποτελεί την τελική ετυμηγορία.

Η Ιστορία είναι μεγαλύτερη από όλους μας.

 

24. Το τελικό συμπέρασμα

Ο «Άγιος Σαλώνων Ησαΐας» δεν ζητά ασυλία από την κριτική.

Ζητά να κρίνεται ολόκληρος.

Με το περιεχόμενό του.

Με τις πηγές του.

Με τη μέθοδο του συγγραφέα.

Με τις αδυναμίες που ενδεχομένως έχει.

Με τα θετικά και τα αρνητικά στοιχεία του.

Με την ιστορία της έκδοσής του.

Με τους ανθρώπους που τον προλόγισαν.

Με εκείνους που τον αξιολόγησαν θετικά.

Με εκείνους που τον επέκριναν.

Με τον Δήμο Δελφών που τον εξέδωσε.

Με την παραχώρηση των πνευματικών δικαιωμάτων.

Με τις συνθήκες υπό τις οποίες διατέθηκε.

Και, κυρίως, με τα ίδια τα ιστορικά τεκμήρια.

Δεν ζητείται από κανέναν να αποδεχθεί ως αδιαμφισβήτητη αλήθεια τη θέση του συγγραφέα για τον Ησαΐα.

Ζητείται κάτι πολύ πιο απλό και πολύ πιο ουσιαστικό:

να μην παρουσιάζεται μία αρνητική κρίση ως ολόκληρη η αλήθεια για ένα βιβλίο του οποίου η ιστορία αποδεικνύεται πολύ διαφορετική και πολύ πλουσιότερη.

Ο αναγνώστης έχει τον τελευταίο λόγο.

Αλλά για να έχει πραγματικά τον τελευταίο λόγο, πρέπει πρώτα να έχει όλα τα στοιχεία μπροστά του.

Και τα στοιχεία αυτά υπάρχουν.

Υπάρχουν στα έγγραφα.

Υπάρχουν στους προλόγους.

Υπάρχουν στις επιστολές.

Υπάρχουν στις βιβλιοκριτικές.

Υπάρχουν στην ιστορία της έκδοσης.

Υπάρχουν στο ίδιο το βιβλίο.

Και υπάρχουν, τελικά, στην κρίση κάθε αναγνώστη που θα επιλέξει να το διαβάσει χωρίς προκατάληψη.

Γιατί η ιστορία ενός βιβλίου δεν γράφεται από έναν μόνο κριτικό.

Γράφεται από τα τεκμήρια, τον χρόνο και τους αναγνώστες του.

Και αυτό ακριβώς είναι το δικαίωμα που οφείλει να έχει κάθε έργο που καταθέτει μια προσωπική συμβολή στη συλλογική ιστορική μνήμη.

 

Τεκμηριωτική σημείωση

 

Τα αυτούσια αποσπάσματα των Νικολάου Γκελεστάθη, Αθανασίου Παναγιωτόπουλου, Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου, Μητροπολίτη Ιερεμία και Γεωργίου Η. Γκούμα προέρχονται από τα έγγραφα και τα δημοσιευμένα κείμενα που έχουν τεθεί στη διάθεση της «Αντιγνωμίας».

Οι πληροφορίες για τις προσωπικές επικοινωνίες του συγγραφέα με τον Μέγα Φαράντο και τον Νίκο Γκελεστάθη, καθώς και για τη συμμετοχή του βιβλίου στη διαδικασία βράβευσης της Ακαδημίας Αθηνών το 2020, παρουσιάζονται συνειδητά ως προσωπικές μαρτυρίες του συγγραφέα και όχι ως επίσημα δημόσια τεκμήρια.

Η διάκριση αυτή γίνεται σκόπιμα, ώστε το άρθρο να διατηρεί την απαιτούμενη ιστορική και δημοσιογραφική ακρίβεια και να μην αποδίδει σε ένα προσωπικό στοιχείο ισχύ που δεν έχει.