Σάββατο 6 Ιουνίου 2026

«ΚΥΡ΄ ΚΟΥΚ - Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΥ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΦΙΛΕΛΛΗΝΑ ΘΑΜΜΕΝΟΥ ΣΤΟΥΣ ΔΕΛΦΟΥΣ»

 

  

 







 

«Κυρ’ Κουκ - Η ιστορία του μεγαλύτερου σύγχρονου Φιλέλληνα, θαμμένου στους Δελφούς». 

 

Πριν ένα αιώνα, υπήρξε ένας σπουδαίος άνθρωπος, από τις Η.Π.Α. που παράτησε την ακαδημαϊκή και συγγραφική του καριέρα, για να έρθει στην Ελλάδα, να ντυθεί βοσκός του Παρνασσού, να ζήσει απλά στους Δελφούς.

Που οραματίστηκε την επαναλειτουργία του Αρχαίου Θεάτρου και την αναβίωση Των Δελφικών Γιορτών. Που αγαπήθηκε από τους ντόπιους ως φιλέλληνας με χρυσή καρδιά και τον αποκαλούσαν: «κυρ΄ Κουκ». Που λάτρεψε την λαϊκή μας παράδοση και γενικά τον Ελληνικό πολιτισμό, όσο τίποτα άλλο.

Στα Ιερά χώματα των Αρχαίων Δελφών, υπάρχει ο τάφος του. Στη βορεινή μεριά του κοιμητηρίου κάτω από μια πέτρινη ταφόπλακα, αναπαύεται ο Τζορτζ Κραμ Κουκ. Στο προσκέφαλο του η Ελλάδα έστησε για κεφαλάρι του τάφου του, μια Ιερή πέτρα από το Ναό του Απόλλωνα - που βρίσκεται πιο κάτω.

 

 

George Cram Cook (Ντάβενπορτ,Αϊόβα 1873- Δελφοί 1924)

 

Γόνος αστικής οικογένειας με αγάπη για την Ελλάδα.

 

Ο Τζορτζ Κραμ Κουκ (George Cram Cook), γεννήθηκε στο Ντέιβενπορτ της Αϊόβα το 1873 και ήταν γιος πλούσιου δικηγόρου.

Σπούδασε στο Χάρβαρντ, με καθηγητή τον Charles Eliot Norton, στη Χαϊδελβέργη (1894) και στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης (1895).

Ο Κουκ εκδήλωσε την αγάπη του για την Ελλάδα ήδη από τα φοιτητικά του χρόνια στο Χάρβαρντ. Τα ίδια αισθήματα έτρεφε και ο φίλος του Τζον Άλντεν.

Σε μια επιστολή προς τη μητέρα του, έγραφε χαρακτηριστικά: «Κάθομαι εδώ και ονειρεύομαι την Ελλάδα. Ακούω και βλέπω τα γαλάζια κύματα του Αιγαίου να χτυπούν στην ακτή…».


Η επιστροφή του στην Αϊόβα τον βύθισε στη μελαγχολία.

 

«Ζω σε μια επίπεδη ενδοχώρα. Θέλω να ζήσω εκεί όπου τα βουνά συναντούν τη θάλασσα. Θα ήθελα να χτίσω μια ξύλινη καλύβα κοντά σ’ ένα χωριό βοσκών, μ’ ένα μονοπάτι να σταματάει σε σκοτεινούς βράχους στη γαλαζοπράσινη θάλασσα…

Γιατί όχι ένας Έλληνας Θόρο  (Αμερικανός λογοτέχνης 1817-1862 που έζησε σε μια καλύβα που ο ίδιος έφτιαξε στις όχθες της λίμνης Γουόλντεν), που ζει με τον Όμηρο και τα βουνά, τις ελιές, τα σταφύλια, τα ψάρια, τους βοσκούς, τους ναυτικούς και τη θάλασσα. Χειμώνας στην Αθήνα με επιστήμονες και άλλους και τον Παρθενώνα. Θα το κάνω το συντομότερο δυνατό…».

Και πραγματικά, ο Κουκ υλοποίησε τα σχέδιά του, έστω και 25 περίπου χρόνια αργότερα.

Ο Κουκ το 1903 παρουσίασε το πρώτο του μυθιστόρημα, με τίτλο «Roderick Taliafero». Επρόκειτο για ένα ιστορικό μυθιστόρημα, η υπόθεση του οποίου διαδραματιζόταν στο Μεξικό, την εποχή του αυτοκράτορα Μαξιμιλιανού. Στο «Roderick Taliafero», ο Κουκ είχε σαφώς επηρεαστεί από τον Νίτσε.
 

Στο μεταξύ, έμενε στο καλύβι του κηπουρού του πατρικού του κτήματος στο Ντέιβενπορτ και εργαζόταν ως μικροκαλλιεργητής.


Σοσιαλιστής στις ιδέες του.

 

Ένας από τους μισθωτούς εργάτες γης, βοηθούς στο κτήμα, ο Floyd Dell, που αργότερα έγινε κι ο ίδιος συγγραφέας, τον μύησε στον σοσιαλισμό. Μάλιστα ο ήρωας του Dell στο μυθιστόρημα «Moon – Calf» (1920), είναι ουσιαστικά, ο ίδιος ο Κουκ.
 

Το 1911, ο Κουκ έγραψε το μυθιστόρημα «The Chasm» («Το Χάσμα»), στο οποίο διερευνά την εσωτερική σύγκρουση μιας νεαρής Αμερικανίδας που έζησε στη Ρωσία και στις Η.Π.Α., ανάμεσα στον νιτσεϊκό αριστοκρατικό ατομικισμό και στις σοσιαλιστικές ιδέες, σύγκρουση στην οποία επικρατούν οι δεύτερες.

Ο Κουκ συνεργάστηκε με τον Ντελ, ως φιλολογικός συνδιευθυντής στο «Chicago Evening Post».

Έχοντας ήδη κάνει δύο γάμους με τη Sara H. Swain και τη Molly Price, βρήκε συναισθηματική ισορροπία στη συγγραφέα θεατρικών έργων Susan Glaspell (1876-1948), που καταγόταν επίσης από το Ντέιβενπορτ. Χώρισε τη δεύτερη σύζυγό του και παντρεύτηκε την Γκλάσπελ το 1913.


Ο νους του ήταν συνεχώς στη χώρα μας.

 

Ενώ το ζευγάρι παραθέριζε στο Πρόβινσταουν της Μασαχουσέτης, εγκαινίασε το θέατρο του θιάσου «Provincetown Players», σε μία παλιά αποθήκη ψαριών, αρχικά για να παίξει το μονόπρακτο «Καταπιεσμένοι Πόθοι» («Suppressed Desires», 1915), που εκδόθηκε το 1920. Επρόκειτο για μία ψυχαναλυτική σάτιρα που έγραψαν μαζί ο Κουκ με την Γκλάσπελ.

Για να αποφύγει τα σχόλια του κόσμου, το ζευγάρι εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη. Εκεί, στο «Greenwich Village», ανέβασαν έργα Αμερικανών συγγραφέων.
 

Ανάμεσα σ' αυτούς που αναδείχθηκαν τότε, ήταν και ο μετέπειτα νομπελίστας συγγραφέας Γιουτζίν Ο' Νιλ και η Edna St. Vincent Millay.
 

Ο θίασος είχε μετονομαστεί πλέον σε «Playwrights ' Theatre» και σημείωνε μεγάλη επιτυχία.
                                                 

Οι καινοτομίες του Κουκ.


Ο Κουκ θα μπορούσε να ακολουθήσει και μία λαμπρή ακαδημαϊκή καριέρα. Από το 1896 ως το 1899, δίδαξε αγγλική λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο της Αϊόβα, ενώ το ίδιο έκανε το 1902 στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ στην Καλιφόρνια.

 Στην Αϊόβα, θεωρείται ότι δίδαξε για πρώτη φορά, αυτό που είναι γνωστό σήμερα ως «δημιουργική γραφή».

Αλλά και με τη θεατρική του δράση ο Κουκ, θεωρείται ότι είχε τεράστια συμβολή στην ανάπτυξη του αμερικανικού θεάτρου.
                                                     

Ο Κουκ και η Γκλάσπελ στην Ελλάδα.

Το σαράκι της Ελλάδας «έτρωγε» όμως πάντα τον Κουκ. Απογοητευμένος από την πολιτιστική ζωή στις Η.Π.Α., μετακόμισε μαζί με τη Σούζαν και την κόρη του Νίλα (ο Κουκ είχε κι έναν γιο, τον Χαρλ), στη χώρα μας, το 1921.


Σχεδόν αμέσως μετακόμισαν στον Παρνασσό. Τον χειμώνα ζούσαν στυς Δελφούς και το καλοκαίρι στο βουνό, σε ελάτινες καλύβες που ο ίδιος ο Κουκ είχε φτιάξει.

Η δωδεκάχρονη Νίλα, άρχισε από τον χειμώνα του 1923 να παρακολουθεί το νεοσύστατο «Junior College for Girls», το γνωστό μας σήμερα Αμερικάνικο Κολέγιο, με έδρα στο Παλαιό Φάληρο.

Το Κολέγιο, ξεκίνησε να λειτουργεί στη Σμύρνη το 1875. Μετά τη μικρασιατική καταστροφή «μετακόμισε» στην Ελλάδα. Είχε 89 μαθήτριες, Ελληνίδες και Αρμένισσες  από τη Σμύρνη και μία Αμερικανίδα, τη Νίλλα Κραμ Κουκ.



Ο ξαφνικός και αναπάντεχος θάνατος.

 

Τον Ιανουάριο του 1924 ο Τζορτζ Κραμ Κουκ πεθαίνει αιφνιδίως και κηδεύεται στους Δελφούς. Αιτία θανάτου: η μόλυνση από δάγκωμα σκύλου. Ενταφιάζεται όσο πιο κοντά στον Αρχαιολογικό χώρο, γίνεται… Στη βορεινή γωνιά του Κοιμητηρίου των Δελφών. Και η Ελληνική Κυβέρνηση επιτρέπει τιμητικά, να μπει για κεφαλάρι στο μνήμα του μια πέτρα από τον Ναό του Απόλλωνα.

Η μνήμη του τιμήθηκε το 1927 στις πρώτες Δελφικές Εορτές, σύμφωνα με το βιβλίο που θα έγραφε αργότερα η κόρη του (“My Road to India”, 1939), η Νίλλα Κουκ, η οποία είχε λάβει και η ίδια μέρος ως μέλος του Χορού των Ωκεανίδων: 

«Κρούοντας τις ασπίδες και ηχώντας τις σάλπιγγες χόρεψαν τον Πυρρίχιο, τον αρχαίο πολεμικό χορό για τους πεσόντες, προς τιμήν του «Κυρίου Κουκ». Τα τύμπανα και οι σάλπιγγες αντήχησαν στις βουνοπλαγιές και οι ιαχές του σταδίου μεταφέρθηκαν παντού μαζί με το λευκό μεταξωτό πανό που είχε γραμμένο με χρυσά γράμματα το όνομά του. Αυτό που θα του άρεσε πάνω από όλα, σκέφτηκα, ήταν το ότι οι αετοί κατέβηκαν από τις κορυφές του Παρνασσού να δουν αυτό που συνέβαινε…»

Δίπλα στον τάφο του Κουκ είναι θαμμένη και η κόρη του Νίλλα, που πέθανε το 1931

Για τη ζωή του Κουκ (κυρίως) και της Γκλάσπελ στην Ελλάδα, πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία παραθέτει ο λογοτέχνης Φοίβος Δέλφης (1909-1988), το πραγματικό ονοματεπώνυμο του οποίου ήταν Γεώργιος Κανέλλος.

 

Η ΟΚΑΡΙΝΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΤΖΩΡΤΖ ΚΡΑΜ ΚΟΥΚ

ΤΟΥ ΦΟΙΒΟΥ ΔΕΛΦΗ,  ΜΑΡΤΙΟΣ 1938

(Πηγή : ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΤΟΥ ΠΑΡΝΑΣΣΟΥ)

 

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhOxeyaQTxIYPafp8vlbX46rZfUQhpXeu6QmDpRN5334GupLUckT8VWHUyQdjaqbHua_fmSArEVLDT_s8FhHcs9fi7euz0FGIPDkQIQGuCwOb3Bi8R9FJwc8NLSo6vnrt7sQDFbNSkyrmq1/s400/cook+g.png

 

Ο Κούκ υπήρξε για μένα η πρώτη κι’ αξέχαστη ποιητική γνωριμία. Ήτανε μια ζωντανή ποιητική καρδιά γεμάτη απλότητα, ευγένεια και γέλιο αναβρυστό. Από αγάπη σήμερα στο μεγάλο δάσκαλο γράφω τούτα τα λόγια απ’ τη ζωή του ερημίτη του Παρνασσού.

Τον πρωτογνώρισα στην πατρίδα μου τους Δελφούς, που ονειρεύτηκε ν’ αναστήσει την παλιά δόξα τους ο ποιητής. Ήτανε ένας φανατικός λάτρης της Ελλάδας, φιλέλληνας πέρα για πέρα. Γεμάτος δύναμη, πόθους και πίστη, κατέβηκε στην πνευματική μας πατρίδα.

Καθόταν στο μικρό «Ξενοδοχείο των Ξένων» του μακαρίτη Παρασκευά του φημισμένου αυτού «πιλαφιτζή» σ’ όλη την Ευρώπη. Ο Μπέντεκερ τον συνιστά στους ταξιδιώτες για το περίφημο πιλάφι του, το μοναδικό στην Ελλάδα και στην Ανατολή. Ο ξενοδόχος αυτός δε ζούσε πια και το ξενοδοχιάκι του με την απλή εμφάνιση ενός καλοπεριποιημένου χωριατόσπιτου με τα πέντε-έξη δωμάτια, το είχε στην κατοχή της η Βασίλω, η γυναίκα του. Κι’ αυτή το νοίκιασε στο νεόφερτο τότε ξενηταμένο πατριώτη, πούρθε απ’ την Αμερική, τον Θανάση τον Τσάκαλο.

Ο Τσάκαλος ανέλαβε την διατροφή και την περιποίηση του Κούκ και της οικογένειάς του, της κόρης του Νείλας και της γυναίκας του, επίσης συγγραφέως, Σουζάνας Κλάσπελ. Ο Τσάκαλος ήτανε ένας καλός οικονόμος του ποιητή, άνθρωπος της δουλειάς, σπίρτο μοναχό. Ο πατέρας του ήτανε κάμποσα χρόνια οδηγός του Παρνασσού, τον αποθανάτισε κι’ ο Μπέντεκερ. Τσακάλι του βουνού, όνομα και πράμα.

 

 

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEgHfbs680cHYz02lwcyo-niYbXJGQLh16kW8jrU8ltUt5udp9KRlljNqdcVgL7EsDW7rMyOuaj9b4RZqX2S6T-9tHvGSmYUIs6Spw6NTevL1vYnqBc-uE6Pn8k0zopxi5rCBvnHBnkLkCCc/s280/William+J+W+h.jpg

 

 

Εκεί λοιπόν πρωτόμεινε σαν ήρθε ο ποιητής. Τον θυμάμαι σαν τώρα δα, γιατί και τα σπίτια μας γειτόνευαν και ταχτικά συναντιόμαστε στο δρόμο και στο σπίτι του τον έβλεπα το καταχείμωνο με τα κρούσταλλα και τα χιόνια ν’ ανάφτει μόνος του το χωριάτικο τζάκι και να ρίχνει με τα ρωμαλέα του μπράτσα σωρό τα κούτσουρα στη φωτιά.

Ένοιωθες να τον ξεκουράζει και να του καλμάρει τα νεύρα μετά το γράψιμο αυτή η δουλειά. Είχε μέσα του το δαιμόνιο, που δεν τον άφηνε να ησυχάσει κι’ ήθελε όλο και κάτι να μαστορεύει. Τόνοιωθες πως είναι από εργατικό σκαρί.

Άλλοτε τον έβλεπες πάλι νάχει στο χέρι κανένα σφυρί και να φτιάχνει κλειδαριές ή να χτίζει τοίχους στον κήπο, κουβαλώντας λιθάρια. Το καλοκαίρι συχνά πήγαινε στη βρύση κι’ έφερνε με το παγούρι του νερό. Κι’ απορούσες συχνά με τα θελήματα πούκανε, βλέποντάς τονε σ’ αναβρασμό. Εδώ σ’ αυτό το σπιτάκι ένοιωθες πως τα είχε όλα, πως δεν ήθελε τίποτα άλλο, πως είχε βρει την ησυχία του.

Εγώ κι ο Παρασκευάς, το μικρότερο παιδί του ξενοδόχου, είχαμε την ευτυχία να μας καλέσει μια μέρα ο ποιητής και να μας πει: «Κάθε μέρα τ’ απόγευμα, μιάν ώρα, θαρχόσαστε να κάνουμε μάθημα, εγώ θα σας μαθαίνω τα Εγγλέζικα κι’ εσείς τα Ελληνικά». Έτσι αποχτήσαμε δωρεάν δάσκαλο και μιάν ευκαιρία να μάθουμε μια γλώσσα. Η χαρά μας δε λέγεται.

Πραγματικά, τη δεύτερη μέρα, αφήσαμε κατά μέρος τα παιχνίδια και πήγαμε. Το μάθημα γινότανε και μετά μουσικής. Ο ποιητής στα διαλείμματα έπαιρνε στα χέρια του την οκαρίνα του και μας έπαιζε πολύ ωραία κομμάτια βουκολικά. Μας χάρισε κι’ από ένα λεξικό, ένα δικό μου κι’ ένα του Παρασκευά, που τον κατάφερα αργότερα και μου τόδωσε.

Τα μαθήματα εξακολουθούσαν μια χαρά, αρκετά μάθαμε απ’ το δάσκαλο μ’ όλο το απρόσεχτό μας. Είχε σπουδαίο μεταδοτικό. Ο νους μας τότε έτρεχε στα σκαμνά της Πέργουρας με τα μούρα. Φέρναμε και στο δάσκαλό μας. Κι’ εγώ του γιόμιζα μπουκάλια κρασί (χιλιάρες) μπρούσκο και του το πήγαινα. Τόπινε το κρασί και το παράπινε, μερικές φορές κοκκίνιζε και μεθούσε.

Η οκαρίνα ήτανε ο καλός σύντροφος του ποιητή. Πέρσι την αγόρασα κι’ εγώ για να τον θυμούμαι, τον καλοκαμωμένο ποιητή με τ’ ολόστητο γερό κορμί, με την ανάλαφρη περπατησιά και τα ωραία γλυκά λαμπερά του μάτια. Την αγόρασα απ’ το παζάρι της Αθήνας την Πρωτοχρονιά. Από τότε την έχω αχώριστο σύντροφο.

 

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEgYVPUPqwrr5qSKLyOrOa-PLtgeEWK0vR8s3oLK5vhmRhLtMGEIwGVEOxXOgoCR8DaSyVSiZh9I6Q4HdSZsvyXChtd0E27SQoMFkIOXLHYYPaUyzT-STaTEAV7-AyjrUWLLH0RLl0B5Umpi/s280/Cook+G.jpg

 

 

Ο ποιητής ήτανε τότε πάνω στις δόξες του. Στο μέτωπό του άστραφτε το φως της χαράς για τον ερχομό του στην Ελλάδα, την πρώτη ψυχική του πατρίδα. Εδώ βρήκε ο ποιητής το ψυχικό κλίμα του κι’ ανανέωσε με τα σκόρπια μνημεία τις παλιές γνωριμίες του, πούχε κάνει σαν φοιτητής και καθηγητής ύστερα της κλασσικής φιλολογίας στ’ Αμερικάνικα Πανεπιστήμια.

Κοντά στην παλιά μας Ελλάδα και στα μνημεία της, έζησε κι’ αγάπησε όλη τη σύγχρονη νεοελληνική ζωή. Εδώ γνώρισε και τη νέα Ελλάδα, έμαθε τη γλώσσα της, τα τραγούδια της. Οι τσοπάνηδες σ’ αυτή την ιστορική γι’ αυτόν περίοδο κ’ οι κάτοικοι των Δελφών του στάθηκαν οι καλύτεροι φίλοι κι’ οδηγοί της αρχαιότητας.

Με ιερό πόθο καταπιάστηκε στη μάθηση της δημοτικής. Ήταν ώρες που ένοιωθα την αγνή λαχτάρα του να μιλήσει επιτέλους τη νεοελληνική.

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEjYovtl2_xidRh633Rc2dX2CM1Cn0Q5kwquGw3IkBI5OZR5UQ1j9tE8EHywjbqjS1lAn8EI-39ajiv4P_Qa4uQcelLH-VjOM81RZsTc6iyhyphenhyphen0H0TPJ-S0u3__6uynKoUJYG8-QhyphenhyphenlrHqoqW/s280/Cook9a.jpg



Μερικά πρόσωπα, ο Λουκάς ο Τσελέπης, ο Αντρέας Κουρελής, ο Γιώργης ο Παταρίας, ο Ηλίας ο Ντέρας του είχαν γίνει η απαραίτητη συντροφιά. Πίνανε και τραγουδούσαν μαζί. Τα τραγούδια τους τα έγραφε μόνο και μόνο για να μάθει καλά τη γλώσσα.

Σε λίγο διάστημα μέσα ο ποιητής μιλούσε και συνεννοούνταν τέλεια. Είχε μάθει ρωμέϊκα. Οι χωριάτες τον σέβονταν και τον αγαπούσανε, τον έλεγαν ο κυρ-Κούκ. Μαζί μ’ αυτούς έφαγε, ήπιε, χόρεψε με τα νταούλια του Παρνασσού και ύστερα ντύθηκε με την αθάνατη ρουμελιώτικη πουκαμίσα. Του την έραψε ο φραγκορράφτης Γιάννης ο Σασούς (Σούφρας) και του ταίριαζε περίφημα στο αγαλματένιο του κορμί με το αγέρινο κυμάτισμα. Τα τσαρούχια με τα γαϊτάνια και τις μακρυές φούντες τα είχε παραγγείλει στους φημισμένους τσαρουχάδες της Άμφισσας. Την αγκλίτσα και το μαύρο σκουφί του τα χάρισαν οι τσοπάνηδες του Παρνασσού.

Εκεί έγραψε με τη συντροφιά της γυναίκας του τα ωραιότερά του τραγούδια. Τον συνόδευε πάντα εκείνη στη χρωματιστή γαλανή κάμαρα με το ρυθμικό χτύπο της γραφομηχανής. Εκεί και στο μεγευτικό Καλάνι του Παρνασσού. Κι’ αν ζούσε καθώς λένε, τιμώντας τη μνήμη του, θάκαμνε πολλά καλά στον τόπο μας. Μα ούτε ένα από τα σχέδιά του δεν πρόφταξε να ιδεί.

Ένα διάστημα τον είχα αγγαρέψει να μου γράφει γράμματα σε κάποια φίλη μου Αμερικανίδα. Τα αντίγραφα σώζονται ακόμα, με το μολύβι, αχνόσβυστα από το χέρι του. Ακόμα και σχέδια απ’ το μάθημα της Αγγλικής. Τα φυλάω όλα σαν κειμήλια.

Πέθανε ένα γεναριάτικο… κι’ όμως δεν τον ξεχνά κανείς. Η φωτογραφία του κρεμάστηκε στα σπίτια των κατοίκων που τόσο τον αγαπούσαν κι’ έχει γίνει εικόνισμα. Στις ψυχές τους έγινε θρύλος. Μια πλάκα απ’ τις ιερές πέτρες του ναού του Απόλλωνα στόλισε τον απέριττο τάφο του, και δίπλα του λίγες τριανταφυλλιές.

Ο Κούκ ήταν μια μεγάλη ποιητική ψυχή. Στους Δελφούς και στην Ελλάδα χάρισε την ψυχή και το κορμί του. Ένας μεγάλος ποιητής και γενναιόψυχος άνθρωπος μας χάρισε την καρδιά του. Και τώρα δίκαια μπορεί να σταθεί κοντά στον Βύρωνα και τον Μπρούκ.

Κ’ οι γενεές των ανθρώπων που θάρθουν θα κάνουν στον λησμονημένο τάφο του συγκινητικό προσκύνημα. Και θα του φέρουν εκεί πάνω στην ερημική του γωνιά, απ’ τα πέρατα της γης, του νου τα προσκυνήματα και τ’ άνθια. Γιατί ο Κούκ δεν πέρασε, έζησε, ήταν  ένας μεγάλος ποιητής! 

 

Δευτέρα 20 Απριλίου 2026

ΦΩΚΙΔΑ – ΠΑΝΤΟΤΙΝΗ ΠΑΤΡΙΔΑ ΑΕΡΟΠΟΡΩΝ

 

ΦΩΚΙΔΑ – ΠΑΝΤΟΤΙΝΗ ΠΑΤΡΙΔΑ ΑΕΡΟΠΟΡΩΝ



 

Είναι πράγματι εκπληκτικό πως από ένα τόσο μικρό γεωγραφικά, τόπο, προέρχονται τόσοι πολλοί αεροπόροι. Θρύλοι των αιθέρων από την εποχή των Βαλκανικών Πολέμων και των πρώτων διπλάνων, Ήρωες πιλότοι, πεσόντες στο καθήκον και Αρχηγοί της Πολεμικής μας Αεροπορίας.

Πως θα μπορούσε λοιπόν να απουσιάζει από την πρωτεύουσα του νομού Φωκίδας, μια «πλατεία Ικάρων», κι ένα μνημείο για τους αεροπόρους της; Τέσσερις  θρύλους του παρελθόντος, όπου τα κατορθώματα τους, τα διδάσκονται οι Ίκαροι. Εικοσιτέσσερις ηρωικές μορφές, που δεν προσγειώθηκαν ποτέ. Και Τρεις ανώτατοι  ιπτάμενοι αξιωματικοί, που έφτασαν στην κορυφή, ως Αρχηγοί ΠΑ

Εμπνευστής της ιδέας του Μνημείου, υπήρξε ο αεροπόρος Κωνσταντίνος (Ντίνος) Τσακαλάκης (1934 – 2020), από την Άμφισσα. Καταταγμένος την δεκαετία του 1950 στην Πολεμική Αεροπορία. Αποστρατευμένος την δεκαετία του 1980 με τον βαθμό του Ταξιάρχου ΙΓΥ (Ιπτάμενος Γενικών Υπηρεσιών).

Ακολούθησε η απόφαση (υπ΄αριθ. 389/13) του Δήμου Άμφισσας, και η πλατεία προ του Αγίου Φανουρίου, Δυτικά της πόλης, χαρακτηρίστηκε ως «Πλατεία Ικάρων». Το Γενικό Επιτελείο Αεροπορίας με τις αριθμ. 160/3-5-2014 και 202/30-6-2014 ευχαριστήριες επιστολές του, συνεχάρη τον Ντίνο Τσακαλάκη για την πρωτοβουλία του, να αιτηθεί στην δημοτική αρχή, την κατασκευή μνημείου πεσόντων αεροπόρων.

Το 2018 εγκρίθηκε για κατασκευή, περικαλλές μαρμάρινο μνημείο που θα στηνόταν στην πλατεία Ικάρων, το οποίο όμως λόγω αδυναμίας του επιλεγμένου γλύπτη, δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Ώσπου εμπνευσμένη Δημοτική Αρχή, σε συνεργασία με την Πολεμική Αεροπορία και την συνεπικουρία της «Εταιρείας Φωκικών Μελετών», κατασκεύασε το μνημείο, ως Μνημείο Πεσόντων Αεροπόρων – από την Φωκίδα.

Την Κυριακή 19 Απριλίου, έγιναν τα αποκαλυπτήρια του Μνημείου, από τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας, Κωνσταντίνο Τασούλα, τον Αρχηγό Του Γενικού Επιτελείου Αεροπορίας (ΓΕΑ): Αντιπτέραρχο (Ι) Δημοσθένη Γρηγοριάδη και τον Δήμαρχο Δελφών: Παναγιώτη Ταγκαλή.

 


 

 

Στον κατάλογο των πεσόντων αεροπόρων πρέπει  τιμητικά να αναφερθούν και οι θρυλικοί αεροπόροι Γεώργιος Ξηρός, Ιωάννης  - Παύλος Τζαμτζής, Εθύμιος Τζαμτζής  και Eυθύμιος Ζουμάς. Καθώς και οι Αρχηγοί Αεροπορίας: Αντιπτέραρχος  Αλέξανδρος Παπανικολάου, από τα Καστέλλια (1927 – 1912), Πτέραρχος Αθανάσιος Σταθιάς, από τον Αθανάσιο Διάκο (1937 – 1994) και Πτέραρχος Βασίλειος Κλόκοζας, από την Άμφισσα

Ας δούμε όμως στοιχεία για τους πρωτοπόρους της Πολεμικής μας Αεροπορίας: Ξηρό, Ιωάννη – Παύλο Τζαμτζή και Ευθύμιο Τζαμτζή. Καθώς και για τον εμπνευστή του Μνημείου Πεσόντων Αεροπόρων Φωκίδας: Ντίνο Τσακαλάκη.


Γεώργιος Δ. Ξηρός (1898-1979) Αντισμήναρχος ΠΑ




Ο Γεώργιος Δημ. Ξηρός (1898-1979), Αντισμήναρχος Πολεμικής Αεροπορίας, γεννήθηκε στην Άμφισσα, ο πατέρας του ήταν ελαιοκτηματίας και σχοινοποιός. 

Αρχές του 1916 κατατάχτηκε στη Σχολή Ευελπίδων και τέλη Ιουνίου 2018 αποφοιτώντας, ονομάστηκεν ανθ/λγός ΠΒ. Αρχές Οκτώβρη 1919 μετετέθη στην Αεροπορική Σχολή ΣΕΔΕΣ για να εκπαιδευτεί ως αεροπόρος. Τελικά μετετάγη στην Πολεμικήν Αεροπορία το 1923.

Έλαβε μέρος στον Α΄ Παγκ. Πόλεμο και τις Εκστρατείες Θράκης και Μικρασιατική. Την περίοδο 1921-22 με βάση την Προύσα, εξετέλεσεν αλλεπάλληλες επικίνδυνες αποστολές με το αεροπλάνο, συγκεντρώνοντας πολύτιμες πληροφορίες για τις κινήσεις στρατιωτικών μονάδων των εξελισσομένων επιχειρήσεων και διοχετεύοντάς τες έγκαιρα στο Στρατό μας.

(Δημήτρης Χρ. Παλούκης)

 


Ιωάννης – Παύλος Τζαμτζής. Βετεράνος αεροπόρος – παρατηρητής, από τους πρώτους στην Ελλάδα.


 

Ο Ιωάννης – Παύλος Τζαμτζής καταγόταν από την Άμφισσα. Γεννήθηκε το 1888 και υπηρέτησε ως αξιωματικός του Μηχανικού, πριν γίνει ένας από τους πρώτους αεροπόρους – παρατηρητές, της Ελλάδας.

Οι πτήσεις πάνω από το Μπιζάνι (Οχυρό που προστάτευε τα Ιωάννινα), κατά την διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων (1912 – 1913), αποτελούν ορόσημο για την Ελληνική Πολεμική Αεροπορία, καθώς ήταν από τις πρώτες πολεμικές αποστολές παγκοσμίως.

Σε μια εποχή όπου τα αεροπλάνα ήταν υποτυπώδη, ο ρόλος του ήταν κρίσιμος: κατέγραφε τις θέσεις του Τουρκικού πυροβολικού και των χαρακωμάτων, παρέχοντας πολύτιμες πληροφορίες στο Ελληνικό στρατηγείο.

Πετούσε με αεροπλάνα Maurie Ferman MF.7 τα οποία είχαν ονομαστεί: «Αλκυών», «Δαίδαλος» και «Αετός».

Συγκεκριμένα η πτήση του με τον πιλότο Εμμανουήλ Αργυρόπουλο, πάνω από το Μπιζάνι, θεωρείται ιστορική από την Αεροπορική Ακαδημία Ελλάδος.

Το προσωπικό αρχείο του Ιωάννη – Παύλου Τζαμτζή που περιλαμβάνει φωτογραφίες και έγγραφα από εκείνες τις πτήσεις, διασώθηκε από τον γιο του, Σμήναρχο Ευθύμιο Τζαμτζή και μέρος του βρίσκεται στο Μουσείο Πολεμικής Αεροπορίας, της Δεκέλειας (Τατόι).

(ΑΙ)




Ευθύμιος Τζαμτζής. Ανθυποσμηναγός Αεροπόρος στον Πόλεμο της Κορέας (1950 – 1953)


 

Ο Ευθύμιος Τζαμτζής καταγόταν από την Άμφισσα και ήταν γιος του πρωτοπόρου αεροπόρου Ιωάννη – Παύλου Τζαμτζή. Ήταν Έλληνας αεροπόρος που έλαβε μέρος στον Πόλεμο της Κορέας, υπηρετώντας στο 13ο Σμήνος Μεταφορών (C-47 Dakota). 

Δράση στον Πόλεμο της Κορέας: Ο Ευθύμιος Τζαμτζής, με το βαθμό του Εφ. Σμηνία (χειριστής) και αργότερα Ανθυποσμηναγού/Υποσμηναγού, περιέγραψε τις τραγικές συνθήκες του πολέμου, συμπεριλαμβανομένης της μεταφοράς βαριά τραυματισμένων στρατιωτών από το μέτωπο.

Ιστορικές Αναφορές: Αποσπάσματα από το ημερολόγιο του Ευθυμίου Τζαμτζή, τα οποία παραχωρήθηκαν από την οικογένειά του, αποτελούν ιστορική πηγή για τη δράση της Ελληνικής Αεροπορίας στην Κορέα.

Πλήρωμα: Εμφανίζεται σε ιστορικά αρχεία ως κυβερνήτης σε αεροσκάφος C-47 Dakota της 21ης Μοίρας/13ου Σμήνους

Μετά τον Πόλεμο της Κορέας, κατείχε σημαντικές επιτελικές θέσεις, έφτασε στο βαθμό του Σμηνάρχου (Ι) και αποστρατεύτηκε το 1966

(ΑΙ)

 

Κωνσταντίνος Τσακαλάκης. Ταξίαρχος ΙΓΥ (Ιπτάμενος Γενικών Υπηρεσιών). Χειριστής ελικοπτέρων.




Διακρίθηκε ως μάχιμος ιπτάμενος και ως χειριστής ελικοπτέρου στην αποτελεσματική διάσωση σαράντα περίπου ναυαγών συμπολιτών μας από επισυμβάντα ναυάγια, όπως το ναυάγιο ελληνικού πλοίου παρά το Μαντούδι της Εύβοιας στις 14 Ιανουαρίου 1973. Και του πλοίου «Έρρικα», που προσάραξε Β.Α. της νήσου Άγιος Ευστράτιος στις 14 Μαΐου 1973

«Επιδείξας αλτρουισμό και ψυχικό σθένος μέχρις αυτοθυσίας, λόγω των επικρατουσών δυσμενέστατων καιρικών συνθηκών στην περιοχή του ναυαγίου»  – όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στους υπ’ αριθ. 1759 με ημερομηνία  24 Μαρτίου 1973 και 3892 με ημερομηνία  2 Ιουνίου 1973, επαίνους του Αρχηγού Αεροπορίας.

 

Σήμερα και με καθυστέρηση ετών, στέκεται πλέον ως «υπενθύμιση», στο Μνημείο Πεσόντων Αεροπόρων από την Φωκίδα, ένα ανακλυνόμενο κομμάτι πτέρυγας McDonnell Douglas F-4 γνωστού ως ''Phantom'' με τα ονόματα των 24 αεροπόρων, αξιωματικών υπαξιωματικών αλλά και απλών σμηνιτών,  και κατάγονται από τα ιερά χώματα της Φωκίδας.

Υπενθύμιση όσων θυσίασαν τις ζωές τους για τα ανώτερα ιδανικά του Έθνους μας. Και άφησαν πίσω τους δικούς τους ανθρώπους, μαυροφορεμένους, όπως τους συγγενείς, που κατέκλυσαν το εν λόγω Μνημείο, πριν τα αποκαλυπτήρια. Υπερήφανες υπέργηρες μανάδες και πατεράδες με μπαστούνια και μεσόκοπα καμαρωτά τέκνα των Ηρώων, όλοι τους όρθιοι, στην ανάκρουση του Εθνικού Ύμνου και με «μάτια ποτάμια» κάτω από τα γυαλιά ηλίου. Ενός ήλιου που πήρε κοντά του, όλους αυτούς τους αναρίθμητους αεροπόρους, από τον μικρό γεωγραφικά τόπο, της Φωκίδας.